Η επίμονη άρνηση του παραδείσου

Φημολογείται πως εμείς (ένα «εμείς» όχι σαφώς προσδιορισμένο, του οποίου η έλλειψη ορισμού βολεύει όσους ενσπείρουν τις φημολογίες) δεν έχουμε καμία σχέση με τον αναρχισμό, όντας στην πραγματικότητα μηδενιστές μεταμφιεσμένοι με σκοπό να διεισδύσουμε στο άβατο της αναρχίας με κακές προθέσεις. Σημειωτέον ότι όποιος αναλαμβάνει το έργο της φύλαξης του ιερού καταλήγει να βλέπει κλέφτες παντού τριγύρω, και ίσως έχει έρθει η ώρα να κάνουμε τους ταραγμένους δυσφημιστές «μας» να σωπάσουν.

Πρώτα απ’ όλα, θα πρέπει να εξηγήσουν τι εννοούν με το μηδενισμό. Προσωπικά, βλέπω με καχυποψία όποιον μου εκθειάζει τις χαρές του μηδενισμού διότι θεωρώ ότι ο μηδενισμός, ως η υποστασιοποίηση του τίποτα, συνιστά μια παραπλάνηση. Όταν η μη πληρότητα όλων καλλιεργείται μ’ ένα αίσθημα μεστότητας, είναι δύσκολο ν’ αντισταθεί κανείς στον πειρασμό ν’ αντικαταστήσει το παλαιό απόλυτο με την πιο αφηρημένη του στιγμή, κατά την οποία το τίποτα μετασχηματίζεται άμεσα σε όλα κι ως εκ τούτου συνολικοποιείται. Εντέλει, ο μηδενισμός εμένα μου φαίνεται σαν πανούργα μορφή μιας συλλογιστικής, που οδηγεί την ολότητα της δομής της γνώσης μέσα στο σκοτάδι της Μηδαμινότητας, μονάχα για να λάβει –μέσα απ’ αυτήν τη θεαματική, τη ριζική άρνηση– ακόμα περισσότερο από το φως του Όλου.

Ίσως όμως ο φημολογούμενος «μηδενισμός» αποτελείται από κάτι πολύ πιο απλό, δηλαδή από μιαν υποτιθέμενη απουσία προτάσεων. Με άλλα λόγια, κάποιος είναι μηδενιστικός όταν αρνείται επίμονα να υποσχεθεί ένα μελλοντικό επίγειο παράδεισο, να προβλέψει τη λειτουργία του, να μελετήσει την οργάνωσή του, να επαινέσει την τελειότητά του. Κάποιος είναι μηδενιστικός όταν αρνείται ριζικά να πάρει και να εκτιμήσει όλες τις στιγμές της σχετικής ελευθερίας που προσφέρει αυτή η κοινωνία, προτιμώντας αντ’ αυτού το δραστικό συμπέρασμα ότι καμιά απ’ αυτές δεν αξίζει να σωθεί. Τέλος, κάποιος είναι μηδενιστικός όταν, αντί να προτείνει κάτι εποικοδομητικό, η δραστηριότητά του καταλήγει να είναι μια «έμμονη θριαμβευτικότητα για την καταστροφή αυτού του κόσμου». Αν αυτό είναι το επιχείρημα, τότε πράγματι είναι πενιχρό.

Για να πιάσουμε το νήμα απ’ την άκρια, ένα πράγμα είναι ο αναρχισμός –η Ιδέα– και άλλο πράγμα είναι το αναρχικό κίνημα – το σύνολο ανδρών και γυναικών που υποστηρίζουν τούτη την Ιδέα. Για μένα δεν έχει κανένα νόημα να λέγεται ως προς την Ιδέα κάτι που στην πραγματικότητα επιβεβαιώνουν μονάχα λιγοστοί αναρχικοί. Η Ιδέα του αναρχισμού είναι η απόλυτη ασυμβατότητα μεταξύ ελευθερίας και αυθεντίας. Αυτό συνεπάγεται ότι συνολική ελευθερία μπορεί κανείς να απολαύσει εν πλήρει απουσία της εξουσίας. Επειδή η εξουσία υπάρχει και δεν έχει καμία πρόθεση να εξαφανιστεί οικειοθελώς, θα χρειαστεί πράγματι να δημιουργηθεί ένας τρόπος για την εξάλειψή της. Διορθώστε με αν κάνω λάθος.

Δεν καταλαβαίνω γιατί μια τέτοια παραδοχή –που ουδείς αναρχικός «μηδενιστής» δεν έχει ούτε στα όνειρά του ποτέ αρνηθεί ή καταπνίξει– θα πρέπει αναγκαστικά να επιφέρει την υπόδειξη νέων κοινωνικών κανονισμών. Δεν καταλαβαίνω γιατί θα πρέπει πρώτα κανείς να εξεταστεί σε διδακτορικό διαγώνισμα πάνω στην αρχιτεκτονική του νέου κόσμου προκειμένου να «είναι μέρος» του αναρχικού κινήματος, και γιατί δεν αρκεί ν’ αγαπάει τη λευτεριά και να μισεί κάθε μορφή αυθεντίας με όλα όσα συνεπάγεται. Όλα αυτά δεν είναι παράλογα μονάχα από τη θεωρητική άποψη, αλλά είναι επίσης σφαλερά από την ιστορική σκοπιά (και οι αναρχικοί φημολόγοι δείχνουνε μεγάλο ζήλο για την Ιστορία). Ένα από τα σημεία στα οποία συγκρούονταν συχνά πυκνά ο Μαλατέστα [Malatesta] και ο Γκαλλεάνι [Galleani] ήταν ακριβώς το ερώτημα του κατά πόσον ήταν αναγκαίο να σχεδιαστεί τι θα μπορούσε να δημιουργηθεί μετά την επανάσταση, ή όχι. Ο Μαλατέστα υποστήριζε ότι οι αναρχικοί πρέπει ν’ αρχίσουν αμέσως να αναπτύσσουν ιδέες για το πώς θα οργανώσουν την κοινωνική ζωή, γιατί το ζήτημα δε σηκώνει αναβολή· ο Γκαλλεάνι, από την άλλη, υποστήριζε ότι το έργο των αναρχικών ήταν η καταστροφή αυτής της κοινωνίας, και ότι οι μελλοντικές γενιές που θα είναι απρόσβλητες από τη λογική της κυριαρχίας θα βρούνε μόνες τους την άκρη πώς να ανοικοδομήσουν. Παρά τις διαφωνίες αυτές, ο Μαλατέστα δεν κατηγορούσε τον Γκαλλεάνι σαν μηδενιστή. Θα ήταν ανώφελο να διατυπώσει αυτή την κατηγόρια, διότι η διαφορά τους ήταν μονάχα πάνω στην εποικοδομητική πτυχή του διακυβεύματος· συμφωνούσαν πλήρως ως προς την καταστροφική πτυχή. Παρόλο που πολλοί ερμηνευτές του παραλείπουν να το πούνε, ο Μαλατέστα ήταν στ’ αλήθεια ένας εξεγερσιακός, ένας επιβεβαιωμένος υποστηρικτής μιας βίαιης εξέγερσης ικανής να σωριάσει συθέμελα το κράτος.

Σήμερα ωστόσο το μόνο που χρειάζεται ώστε να κατηγορηθεί κανείς για μηδενισμό είναι το να επισημάνει ότι όποιοι κατέχουν εξουσία δεν παραδίδουν τα προνόμιά τους οικειοθελώς και να βγάλει τα χρειαζούμενα συμπεράσματα. Μέσα στο αναρχικό κίνημα, όπως και παντού, οι καιροί αλλάζουν. Μια φορά κι έναν καιρό η αντιπαράθεση μεταξύ αναρχικών καταπιανόταν με τον τρόπο κατανόησης της επανάστασης, ενώ σήμερα φαίνεται ότι κάθε συζήτηση επικεντρώνεται στον τρόπο αποφυγής της. Ποιον άλλο σκοπό μπορεί να έχουν όλες αυτές οι πραγματείες για την αυτοδιεύθυνση, τον ελευθεριακό κοινοτισμό ή την ευλογητή ουτοπία της σύνεσης; Είναι σαφές ότι, όταν κάποιος απορρίπτει το εξεγερσιακό εγχείρημα ως αυτό που είναι, τότε η καταστροφική υπόθεση αρχίζει να παίρνει τρομακτικό σουλούπι. Αυτό που ήταν μονάχα ένα λάθος κατά την αντίληψη του Μαλατέστα –το να περιορίζεται κανείς στην κατακρήμνιση της κοινωνικής τάξης– για πολλούς από τους σύγχρονους αναρχικούς αντιπροσωπεύει μία φρίκη.

Όταν ευσεβείς ψυχές ακούνε το αλύχτημα ενός σκύλου, πάντοτε θαρρούν πως τους ζυγώνει ένας θηριώδης λύκος. Γι’ αυτούς το φύσημα του ανέμου γίνεται ανεμοστρόβιλος που πλησιάζει. Παρομοίως, σε όσους έχουν επιφορτιστεί με το έργο της μεταμόρφωσης του κόσμου μοναχά διά της πειθούς η λέξηκαταστροφή τους ταράζει το μυαλό, προξενώντας επώδυνες και δυσάρεστες εικόνες. Αυτά τα πράγματα κάνουν κακή εντύπωση στους ανθρώπους που, άμα πρόκειται να προσηλυτιστούν και τελικά να συρρεύσουν στις τάξεις της ελλόγου αιτίας, πρέπει να έχουν μια θρησκεία η οποία να υπόσχεται μία Εδέμ της ειρήνης και της αδερφοσύνης· λίγη σημασία έχει αν αφορά τον παράδεισο, τη νιρβάνα ή την αναρχία. Κι όποιος τολμά να θέσει μια τέτοια θρησκεία υπό αμφισβήτηση, δεν μπορεί να θεωρείται απλώς ένας μη πιστός. Στο ρου των πραγμάτων, ένα τέτοιο πρόσωπο θα πρέπει να παρουσιαστεί ως επικίνδυνος βλάσφημος.

Εξ ου και «εμείς» (αλλά ποιοι συναπαρτίζουν αυτό το «εμείς»;) αποκαλούμαστε «μηδενιστές». Πλην του μηδενισμού σε όλα δαύτα, ποιο είναι το νόημα;

άρθρο της Penelope Nin που δημοσιεύτηκε στην ιταλική αναρχική εφημερίδαCanenero (1994/7)· η απόδοση στα ελληνικά έγινε από την αγγλική μετάφραση του Βόλφι Λάντστραϊχερ [Wolfi Landstreicher]

Πηγή