Archive for the ‘Φιλοσοφία’ Category

ANΑΪΣ ΝΙΝ : Η ΝΕΑ ΓΥΝΑΙΚΑ (ΑΠΡΙΛΗΣ 1974)

Tuesday, November 26th, 2013

Όπως πολλοί, η πρώτη μου επαφή με τα γραπτά της Αναϊς Νιν ήρθε μέσα από τα ερωτικά της. Το “Δέλτα της Αφροδίτης” δεν ήταν το πρώτο δείγμα ερωτικής λογοτεχνίας που συναντούσα στη ζωή μου, σίγουρα όμως ήταν το πιο παράλογο και προκλητικό. Απλά δεν μπορούσα να το παρατήσω, όσο γραφικό ή ξένο προς τις “παραστάσεις” μου κι αν μου φαινόταν. Διαβάζω συνεχώς αυτές τις μικρές ιστορίες ξανά και ξανά, μαγεμένος απόλυτα. Όταν τελείωσα λαχταρούσα κι άλλο. Ερευνώντας, ανακάλυψα ότι τα ερωτικά της επισκίασαν το καλύτερο (και δυστυχώς πιο άγνωστο) γραπτό της. Κατά τη διάρκεια της ζωής της έγραψε υπέροχα, συχνά σε πρόζα, μικρές ιστορίες, νουβέλες και δοκίμια πάνω σε διάφορα και ζητήματα, και το ημερολόγιό της. Όταν άνοιξα την πόρτα προς τα γραπτά της Νιν, ανακάλυψα πως δεν μπορούσα να σταματήσω να τα ..καταβροχθίζω βιβλίο το βιβλίο, δοκίμιο το δοκίμιο.

Πήρα πολύ πρόσφατα μια συλλογή με δοκίμιά της, με τίτλο “Για χάρη του ευαίσθητου ανθρώπου και άλλα δοκίμια”, και ένα από αυτα το “γυναίκα”, με άγγιξε βαθιά. Όντας προορισμένο για διάλεξη, μιλάει για τις οπτικές της πάνω στο φεμινισμό, συνδυασμό με την καλλιτεχνική έκφραση : θέματα που πολύ δύσκολα θα τραβούσαν την προσοχή μου.Οι “νέες γυναίκες” έλεγε, θα θα προσέγγιζαν καλύτερα της ζωή τους, αν επέλεγαν πρώτα να αναζητήσουν την έμπνευση στις ίδιες τους τις εαυτές – να βρουν δύναμη σην ίδια τους τη θέληση, παρά τους χρόνιους μύθους περί των περιορισμένων ικανοτήτων μιας γυναίκας – χρησιμοποιώντας την τέχνη ως μέσο τους. Αυτό που μ” εξιτάρησε σχετικά με το δοκίμιο αυτό, δεν ήταν τόσο η συζήτηση για τις ικανότητες της “νέας γυναίκας”, όσο ο τρόπος που μίλησε για τον “καλλιτέχνη”, τον οποίο αρνήθηκε να περιορίσει στο στερεότυπο (ζωγράφος, μουσικός, συγγραφέας κτλ), δηλώνοντας ότι ο καλλιτέχνης είναι “ το δημιουργικό πνεύμα σε κάθε του εκδήλωση”.

Η λογική της αντανακλάται στο σκεπτικό της όταν γράφει : Πιστεύω ότι κάποιος γράφει έπειδή έπρεπε να δημιουργήσει έναν κόσμο στον οποίο να μπορεί να ζήσει. Δεν θα μπορούσα να ζήσω σε κανέναν από τους κόσμους που μου προσφέρονται – τον κόσμο των γονιών μου, τον κόσμο του πολέμου, τον κόσμο της πολιτικής. Έπρεπε να δημιουργήσω έναν δικό μου κόσμο… στον οποίο θα μπορούσα να αναπνεύσω, να “βασιλεύω”, και να ξεκουράζω τον, κατεστραμμένο από την επιβίωση, εαυτό μου”.

Αρχικά, όταν ξεκίνησα να διαβάζω αυτό το έργο είχα ακαριαία δύο αντιδράσεις : απ τη μία τα μάτια μου γούρλωσαν με την αναφορά στη “νέα γυναίκα” κι έναν υπερήφανο χλευασμό προ; αυτό που θεωρούσα ότι αποτελούσε μια προώθηση του αναχωρητισμού. Συνεχίζοντας όμως, ξεκίνησα να βλέπω ότι αυτό που πραγματικά προωθούσε ήταν η σημαντικότητα της καλλιτεχνικής έκφρασης ως μια υπενθύμιση διαλείμματος και εσωτερικής αναζήτησης κάθε ανθρώπου, με σκοπό να βρει καταφύγιο στην απόλυτα δική του ερμηνεία του κόσμου – ως ένα μέσο να θεμελιώσει γερά κάποιος τον εαυτό του παρά το ότι ζει στον κόσμο που του προσφέρεται.

Γνωρίζω ότι μεταξύ των αναρχικών είναι διαδεδομένο να εκφράζεται ένα μίσος προς την τέχνη, εξ” αιτίας της ανελέητης ικανότητας του καπιταλισμού να μπασταρδεύει τα πάντα και οτιδήποτε. Παρόλα αυτά, η οπτική της Νιν πάνω στη χρησιμότητα της τέχνης ως μέσο εξύψωσης του εαυτού, ήταν μια αναζωογονητική υπενθύμιση του γιατί την θεωρώ ως μια πτυχή που εμπλουτίζει τη ζωή μου. Επιτρέπει μια αίσθηση παύσης, διαλογισμού και συλλογισμού, σε ένα περιβάλλον πουείναι πάντα βιαστικό για απαντήσεις βασισμένες στον εξωτερικό κόσμο.

Ήρθε λοιπόν το έργο και έδεσε όμορφα με τις συζητήσεις που είχα πρόσφατα αναφορικά με τη βαρύτητα της ατομική γνώσης του εαυτού – αυτό πάνω απ” όλα, πρέπει κανείς να γνωρίζει τον εαυτό του και μάλιστα καλά προκειμένου να μπορέσει πιο αποτελεσματικά να κινηθεί μέσα στο περιβάλλον (σ.τ.μ. που του δίνεται). Ειδάλλως , δεν θα γνωρίσουμε ποτέ αυτό που πολεμάμε, και αναμφίβολα θα ξεμείνουμε απογοητευμένοι όταν δεν θα έχουμε πετύχει τους στόχους μας. Παρ’όλο που το έργο αυτό δε δημιούργησε μέσα μου τη σπίθα μιας διαφώτισης που μου άλλαξε τη ζωή, θεωρώ ότι σαφώς αξίζει να διαβαστεί όπως και τα υπόλοιπα δοκίμια που βρίσκονται στο μικρό αυτό βιβλίο.

Υπάρχει μια παραδοχή του ότι χρειαζόμαστε τροφή για να συντηρήσουμε στη ζωή το πνεύμα, έτσι ώστε να μπορούμε να πράξουμε στον κόσμο, δεν εννοώ όμως να γυρίσουμε το πρόσωπο προς την άλλη πλευρά. Εννοώ ότι πρέπει να κατακτήσουμε τη δύναμη και τις αξίες μας μέσω της ανακάλυψης και της ανάπτυξης του εαυτού μας. Ενάντια στους .. οιωνούς, ενάντια στα εμπόδια, ενάντια στην αίθουσα του τρόμου που αποκαλούμε ιστορία, ο άνθρωπος συνέχισε να ονειρεύεται και να απεικονίζει τ” αντίθετό του… Δε χρησιμοποιούμε τη φιλοσοφία, την ψυχολογία και την τέχνη ως αποδράσεις – κινούμαστε προς τα εκεί για να αποκαταστήσουμε τους κατακερματισμένους μας εαυτούς σε μια ολότητα.

της Cresencia Desafio, από το τρίτο τεύχος του αμερικανικού περιοδικού «Sovereign Self», Νοέμβρης 2011.

Πηγή

Κυκλοφόρησε το 3ο τεύχος του εντύπου Μηδενιστική Πορεία για τη διάχυση της Φωτιάς και του Χάους

Tuesday, October 22nd, 2013

\"Εξώφυλλο\"

Περιεχόμενα:

Εισαγωγικό σημείωμα (σελ 5)

Κείμενα του Μετώπου Αναρχομηδενιστικής Συνείδησης για τη Διάχυση του Αρνητικού

  • Μερικές σκέψεις για την κατάσταση του ρεύματος της Νέας Αναρχίας (σελ.6)
  • Η Γη να τρέμει, ο Ήλιος ανατέλλει (σελ. 74) αφίσα-κείμενο
  • Λύσσα και Συνείδηση (σελ.75) αφίσα-κείμενο

Αναλύσεις-Κείμενα

  • Βρεγμένος αναπτήρας… (σελ.10)
  • Αντιεκλογικό κείμενο (σελ. 12)
  • Για την εκκένωση του Ναδίρ και τις συλλήψεις των δύο συντρόφων στη Θεσσαλονίκη (σελ.16)
  1. Γράμμα του αναρχικού αιχμαλώτου Σπύρου Μάνδυλα από τις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού (σελ.17)
  2. Γράμμα του αναρχικού αιχμαλώτου Ανδρέα Τσαβδαρίδη από τις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού (σελ. 20)
  3. \”Πρώτος Χαοτικός Κύκλος\” – Λύσσα και Συνείδηση (σελ.22)
  4. Μαύρα Σινιάλα (σελ. 30)

Αιχμάλωτοι Πολέμου

Σύντομη αναφορά στους αιχμαλώτους του Κράτους στο εξωτερικό

Ενάντια στη Μηχανή

Συλλογή κειμένων για την επίθεση στον Πολιτισμό

  • Αποσπάσματα από το δοκίμιο \”Βάρβαρες Σκέψεις – Για μια Επαναστατική Κριτική στον Πολιτισμό\”, του Wolfi Landstreicher (σελ. 50)
  • Η Εξέγερση των Βαρβάρων (σελ. 52)
  • Τα προοδευτικά-βιομηχανικά οράματα ως εμπόδιο για τη συνολική απελευθέρωση (σελ. 56)
  • Μια κριτική, όχι ένα πρόγραμμα (σελ. 58)
  • Η Φύση ως Θέαμα (σελ. 64)

Αποσπάσματα (σελ. 67)

Αφιέρωμα

Emile Armand: Αποσπάσματα από κείμενο \”Ατομικιστικές Προοπτικές\” (σελ.70)

Μια σελίδα μια σφαίρα

Παρουσίαση συντροφικών εκδοτικών εγχειρημάτων και εκδόσεων (σελ. 76)

Η άμεση αναγκαιότητα της επίθεσης, μέρος δεύτερο

Συνεισφορά του Χρήστου Τσάκαλου, μέλους της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς-FAI/IRF, στο blog Parabellum και στο έντυπο Μηδενιστική Πορεία. (σελ. 82)

Πολεμικό Ανακοινωθέν

Ενέργειες του δικτύου ΑΑΟ/ΔΕΜ, των αναρχικών της πράξης, για το διάστημα Ιούλιος-Οκτώβριος 2013 (σελ. 88)

Χορός του Λυκόφωτος, του Ρ. Νοβατόρε (σελ. 112)

Τέχνη

Χαοτεχνίες (σελ. 118)

  • Για τον Ντανταισμό (σελ. 119), Αντιπαράθεση των ρευμάτων του ντανταισμού και του σουρεαλισμού κατοπτρική αντίστοιχη με του μηδενισμού και του αναρχιμσού.
  • \”Οι Δαιμονισμένοι\” – Φίοντορ Ντοστογιέφσκι απόσπασμα (σελ. 120)
  • Χρόνης Μίσσιος απόσπασμα (σελ. 121)
  • \”Στον αναγνώστη\”  – Σαρλ Μπωντλαίρ (σελ.122)
  • \”Το Άλμπατρος\” – Σαρλ Μπωντλαίρ (σελ. 123)
  • Αποσπάσματα ποιήματος του Mauricio Morales (σελ.124)
  • \”Όταν σε περιμένω\” – Ντίνος Χριστιανόπουλος (σελ. 125)

 

Το παρόν τεύχος αφιερώνεται από τη συντακτική ομάδα της Μηδενιστικής Πορείας και το Μέτωπο Αναρχομηδενιστικής Συνείδησης για τη Διάχυση του Αρνητικού στους δύο αιχμαλώτους αδελφούς μας, Σπύρο Μάνδυλα και Ανδρέα Τσαβδαρίδη, που συνελλήφθησαν στις 11 Ιουλίου στη Θεσσαλονίκη.

Κρατήστε τις Αρνήσεις σας ακέραιες σύντροφοι.

Κατεβάστε το PDF, εδώ

 

 

 

Ενημέρωση για το έντυπο Μηδενιστική Πορεία

Tuesday, September 17th, 2013

Ενημερώνουμε πως το τρίτο τεύχος του έντυπο Μηδενιστική Πορεία για τη διάχυση της Φωτιάς και του Χάους, θα κυκλοφορήσεις στις αρχές του Οκτώβρη και όχι στα μέσα Σεπτέμβρη, όπως ήταν αρχικά προγραμματισμένο. Η καθυστέρηση οφείλεται σε ανάγκες της ύλης. Θεωρούμε πως η ουσία της έκδοσης προηγείται πάντα της τήρησης της δίμηνης περιοδικότητας. Όσοι σύντροφοι/ισσες ή ομάδες επιθυμούν φυσικά αντίτυπα του τρίτου τεύχους, παρακαλούνται να επικοινωνήσουν στα mails πάνω δεξιά στο blog, ώστε να ληφθούν υπόψιν στο τύπωμα. Επίσης ενημερώνουμε πως θα ανατυπωθούν τα δύο προηγούμενα τεύχη για όποιον/α ενδιαφέρεται.

Τα προηγούμενα τεύχη: 1, 2

Μέτωπο Αναρχομηδενιστικής Συνείδησης για τη διάχυση του Αρνητικού

Το όνειρο της εφηβικής μου ηλικίας

Wednesday, August 28th, 2013

Το παρακάτω κείμενο έχει γραφτεί υπό το ψευδώνυμο Sibilia Vane.

 Έτσι, η σοφία της σάπιας δειλίας ούτε χλευάζει ούτε σκανδαλίζει την ηλίθια αγνότητα των ευπρεπών νεαρών δεσποινίδων.

 Είμαι μια πρόωρα ανεπτυγμένη έφηβη που, μετά από ένα μεγάλο ταξίδι μέσα από τους φωσφορίζοντες λαβυρίνθους των πιο τρομακτικών βαθών, ξανασκαρφάλωσα στην κορυφή για να τραγουδήσω το περήφανο και ιερόσυλο τραγούδι της τόσο νέας ακόμα και τόσο ελεύθερης ζωής μου στον ήλιο.

 Κάποιος μου είπε : \’\’Θα γίνεις γυναίκα, ύστερα σύζυγος και μετά μητέρα!…\’\’

 Έτσι αποκρίθηκα με μια ερώτηση : Τι σημαίνει το γυναίκα, σύζυγος και μητέρα; Δεν θα σας πω τι μου απάντησαν. Το μόνο που ξέρω είναι πως όταν το σκέφτομαι γελάω, ναι, ακόμα γελάω. Ο έρωτας γίνεται αντιληπτός ως μία αποστολή!; Η γυναίκα ως σύζυγος και μητέρα; Όχι, όχι, όχι! Δεν θα γίνω σύζυγος, δεν θα γίνω μητέρα! Η εξέγερση μου δεν μπορεί να σταματήσει στη μέση ή να κείναι μάταιη. Η εξέγερση μου πετάει τα βέλη της – πέρα από την οικογένεια – και ενάντια στη φύση. Δεν θέλω να γίνω σύζυγος, δεν θέλω να γίνω μητέρα. Όχι, όχι, όχι!

 Χτες, το απόγευμα, ξεγυμνώθηκα μπροστά από τον καθρέφτη και κοιταζόμουν για πολύ ώρα. Είδα το σάρκα μου τυλιγμένη σε μια σκιά από το φως, που τρεμόπαιζε ελαφρώς. Δεν ξέρω ακριβώς το γιατί, αλλά μου φάνταζα αξιολάτρευτη…

 Το φουσκωμένο στήθος που ανυψώνεται υπέροχα στον κόρφο μου, ένας πάνλευκος θησαυρός. Η επίπεδη, στρογγυλή μου κοιλιά, έδινε την εντύπωση πως ήταν κάτι που έχει διαπλαθεί με το καλύτερο φίλντισι από τα θαυματουργά χέρια ενός θεϊκού καλλιτέχνη.

Έλυσα τις ξανθές μπούκλες μου πάνω στην καμπυλωτή λιτότητα των όμων μου και κύκλωσα τις υγρές μου βλεφαρίδες ελαφρώς με βιολετί και μαύρο. Το χνούδι που επιστέγαζε την κατώτερη κοιλότητα της κοιλιάς μου έμοιαζε σαν ένα χρυσό φτερό στην ιερή ράχη των αγγέλων του παραδείσου. Το ερυθρό στόμα μου φάνταζε σαν ένα σκισμένο ρόδι, ανοιχτό στα κίτρινα χάδια του ήλιου.

 Πλησίασα τον καθρέφτη και φίλησα ηδονικά τα αντικατοπτριζόμενα χείλη μου.

 Δεν ξέρω αν έχω φιλήσει ποτέ οτιδήποτε πιο έντονα στη ζωή μου από, χθες το απόγευμα, όταν επιθυμούσα να είμαι άντρας έτσι ώστε εγώ η ίδια να ξαπλώσω το λευκό παρθένο κορμί μου, το οποίο μου αποκάλυψε το μυστήριο στον καθαρό καθρέφτη, πάνω στο κρεβάτι.

 Αλλά η ιδέα της επαφής παρήγαγε μια άλλη ιδέα. Κάθε σκοπός έχει μια επίδραση…

 Ξάπλωσα νωχελικά στο κρεβάτι. Οι κρόταφοί μου χτυπούσαν σα σφυριά. Το αίμα έβραζε μέσα στις φλέβες μου. Ίσως να παραληρούσα…

 Ξέρω πως είχα τα μάτια μου κλειστά και δεν έβλεπα τίποτα άλλο παρά σκοτάδι. Αλλά μέσα στο σκοτάδι είδα έναν άλλο καθρέφτη. Τον καθρέφτη της φαντασίας, ο οποίος έδειχνε την πραγματικότητα. Κοιτάχτηκα. Είδα την όμορφη, στρογγυλή, γυαλιστερή κοιλιά μου τρομαχτικά πρησμένη, με, στο κέντρο της, μια συμμετρική γραμμή μαυροκίτρινου χρώματος η οποία έδινε την γλοιώδη εντύπωση ενός μικρού φιδιού απλωμένου σε έναν ογκώδη σάκο γεμάτο με ξερόχορτα. Τότε είδα επίσης τα θαυμάσια, λευκά μου στήθη να κρεμάνε και να ζαρώνουν… Ήμουν μητέρα!

 Ένα μισητό κουτσούβελο ρούφηξε άπληστα το αίμα μου, λεηλάτησε τη νιότη μου, κατέστρεψε ανελέητα την θεϊκή ομορφιά μου, που ήλπιζα να είναι αθάνατη. Η επιθυμία του χθεσινού απογεύματος ήταν παρελθόν, αλλά ο εφιάλτης παρέμεινε.

 Μητέρα… Τι υποτίθεται πως σημαίνουν όλα αυτά; Το να δίνεις παιδιά στο είδος περισσότερους σκλάβους στην κοινωνία, περισσότερους εγκατελειμένους στον πόνο.

 …Μητέρα… Σύζυγος…

 Αυτοί είναι λοιπόν οι στόχοι του έρωτα;

 Αχ, η παλιά μαγεία της ηθικής, τα παλιά ψέμματα της γερασμένης ανθρωπότητας.

 Όχι, δεν θα γίνω ποτέ γυναίκα κανενός, δεν θα δώσω ούτε ένα παιδί στο είδος. Ποτέ! Η ζωή είναι πόνος. Η ανθρωπότητα είναι ένα ψέμα. Οποιοσδήποτε καταδέχεται να διαιωνίσει το είδος είναι εχθρός της αγνής ομορφιάς.

 Η ανθρωπότητα είναι μία φυλή που πρέπει να ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙ!

 Ο ατομικισμός πρέπει να σκοτώσει την κοινωνία, η ευχαρίστηση πρέπει να στραγγαλίσει τον πόνο. Ας αφήσουμε τη μετάνοια και τον πόνο να πεθάνει, να πνιγούν σε ένα τελευταίο όργιο χαράς. Παραδώσου στην τρελή χαρά του να ζεις, εσύ που αγαπάς τη ζωή, εσύ που αγαπάς το τέλος.

 Γιατί θα έπρεπε το μέλλον να έχει σημασία; Τι σημασία έχει το είδος για σένα;

 Εμπρός, εσείς που έχετε ανακαλύψει τους εαυτούς σας, ας κάνουμε τον κόσμο μια γιορτή, ας κάνουμε τη ζωή, ένα όργιο έρωτα στο λυκόφως. Για αυτούς που προέρχονται από τις αβύσσους του κοινωνικού ψεύδους όπου προσκολλούνται οι ρίζες του ανθρώπινου πόνου, η χαρά πρέπει να είναι ένα τέλος και το τέλος ο ύψιστος στόχος.

 Δεν θέλω να έχω ένα παιδί που καταστρέφει την ομορφιά μου και μαραίνει τη νιότη μου.

 Δεν θέλω να έχω μια οικογένεια που περιορίζει την ελευθερία μου. Δεν θέλω έναν άνοστο, ζηλόφθονο και κτηνώδη σύζυγο που, ως αντάλλαγμα για ένα κομμάτι ψωμί, εμποδίζει τις λυρικές πτήσεις του πνεύματος μέσα από τις πιο θεϊκές και αμαρτωλές τρέλες της πολυτέλειας και της ηδονής που προσφέρουν στη σάρκα οι πολλαπλοί εραστές.

 Δεν αγαπώ τους συζύγους και ίσως ούτε καν τους εραστές.

 Αγαπώ την απόλαυση και τον έρωτα.

 Αλλά ο έρωτας είναι ένα λουλούδι που βλασταίνει στα χείλη των ανδρών.

 Όταν πλησιάσω τα χείλη τους για να συλλέξω τον διεστραμμένο ανθό του έρωτα, θα το κάνω μόνο για τη δική μου ευχαρίστηση και μόνο.

 Το να αγαπάς τον άλλο είναι πάντα περιττό και μερικές φορές ηλίθιο.

 Είναι αρκετό το να αγαπάς τον εαυτό σου. Είναι αρκετό το να ξέρεις πως να αγαπάς τον εαυτό σου. Και εγώ θα ξέρω πως να αγαπάω τον εαυτό μου τόσο πολύ, ω τόσο πολύ!

 Θα αγαπώ τον εαυτό μου γυμνή μπροστά από τον καθρέφτη το απόγευμα. Θα λατρεύω τον εαυτό μου γυμνή στη μπανιέρα το πρωινό. Θα είμαι γυμνή και μεθυσμένη στην αγκαλιά των εραστών μου.

 Η ανθρωπότητα βαδίζει στον δρόμο του πόνου ώστε να διαιωνιστεί. Εγώ βαδίζω στο μονοπάτι της απόλαυσης γιατί ψάχνω το τέλος.

 Βαδίζω προς την ανατολή, βαδίζω προς τη δύση. Θέλω να βαδίσω πέρα από τα μονοπάτια ανά τον κόσμο, συλλέγοντας τους ανθούς του έρωτα, της χαράς και της ελευθερίας.

 Αγαπώ τα μαύρα καλσόν και αυτά στο χρώμα του δέρματος. Τα μεταξωτά εσώρουχα λευκού ή κόκκινου χρώματος. Τα παπούτσια από λάστιχο και εκλεπτισμένα υλικά. Τα μπάνια με νερό αρωματισμένο από οξαλίδα και κολώνια. Το άρωμα από Cotty και τα μπουκέτα με τριαντάφυλλα.

 Θέλω να διασχίσω τα μονοπάτια του κόσμου, συλλέγοντας τους ανθούς του έρωτα, της χαράς και της ελευθερίας.

 Θα τσακίσω τα φύλλα από τις φλαμουριές, θα συλλέξω μίσχους από υδραγεία, κλαδιά γλυσίνας και ανθούς πικροδάφνης, για να ετοιμάσω το αρωματισμένο κρεβάτι του έρωτα μου.

 Και θα γίνω η ερωμένη των αλητών και των κλεφτών. Και θα γίνω το ιδανικό των ποιητών.

 Επειδή δεν θέλω να δώσω τίποτα στην πατρίδα, στο είδος και στην ανθρωπότητα.

 Θέλω να μεθύσω στην πηγή της απόλαυσης, της λαγνείας και της ηδονής. Θέλω να καταβροχθιστώ ολοσχερώς από την πυρά του έρωτα.

 Δεν θέλω να γίνω μητέρα, δεν θέλω να γίνω σύζυγος. Όχι, όχι, όχι!

 Αρωματισμένα κρεβάτια, φιλιά εραστών και μουσική από τρελά βιολιά. Χοροί και τραγούδια.

 Ξέρω θα με αποκαλέσεις τρελή και ανώμαλη. Θα με αποκαλέσεις  πουτάνα.

 Αλλά αυτά είναι παλιά και αδύναμα επιφωνήματα που δεν έχουν πια καμιά επίδραση σε μένα.

 Είμαι η πρόωρα ανεπτυγμένη έφηβη που, αφότου περιπλανήθηκα στις πιο τρομερές αβύσσους του βάθους, ξανασκαρφάλωσα στην κορυφή για να τραγουδήσω το ιερόσυλο τραγούδι της ελεύθερης ζωής στον ήλιο.

 Μια ζωή ομορφιάς και δύναμης, μια ζωή τέχνης και έρωτα, πηγή της θεϊκής αμαρτίας, αναβλύζει στην ιερή όαση του ηδονισμού.

 Αρκετά τώρα με τα επιληπτικά παραληρήματα του πνεύματος.

 Τίποτα δεν ανήκει στην παγανιστική ομορφιά περισσότερο από το νεανικό μου κορμί.

 Αχ έρωτα, πάρε με να πετάξουμε…

 Renzo Novatore

 Πηγή

 To παραπάνω κείμενο παρουσιάστηκε στην Αρκόλα της Ιταλίας, το 1921. Η μετάφραση του κειμένου έγινε από τα φυλακισμένα μέλης της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς και η επιμέλεια από το blog.

Κυκλοφόρησε το δεύτερο τεύχος του εντύπου Μηδενιστική Πορεία για τη Διάχυση της Φωτιάς και του Χάους

Monday, June 24th, 2013

Περιεχόμενα

 ·Εισαγωγικό Σημείωμα (σελ. 4)

Αναλύσεις – Κείμενα

1.”Πρώτος Χαοτικός Κύκλος”
– Εσωτερική Εξέγερση – Κατασπαράσσοντας τον Ιδεολογικοποιημένο Μηδενισμό  (σελ. 8)
– Σύντομη προσέγγιση στο αντιδικαστικό ζήτημα – Συνέχεια της “Εσωτερικής Εξέγερσης” (σελ. 28)
2.”Για την αποδόμηση των επαναστατικών υποκειμένων” (σελ. 17)
3.”Χωρίς την ιερή φλόγα του ενθουσιασμού” (σελ. 23)

•Κείμενα του Μετώπου Αναρχομηδενιστικής Συνείδησης για τη διάχυση του Αρνητικού

1.Η θέση μας στο ζήτημα της Οργάνωσης (σελ.30)
2.68 χρόνια από την “αντιφασιστική νίκη των λαών” (σελ.32)

Αφιέρωμα

“Φ. Νίτσε: Αποσπάσματα για το Κράτος, τους πολεμιστές και τον άνθρωπο.” (σελ. 34)

Για το σύντροφο Mauri (σελ.38)

Μια σελίδα μια σφαίρα – Συντροφικά Εγχειρήματα (σελ.48)

1.Κείμενο ΣΠΦ – Για την έκδοση ενός μηδενιστικού εντύπου (σελ.52)
2.Κείμενα των συντρόφων του VvE (σελ.54)
3.Κείμενο της Συνέλευσης για την Αντισπισιστική Δράση – Ολική απελευθέρωση (σελ.56)

Αναδημοσιεύσεις

“Τέσσερα κείμενα του Zo dʼAxa” (σελ. 38)
“Το υποτακτικό πλήθος” (σελ.74)
“Για το νέο αναρχικό μεταφραστικό/εκδοτικό εγχείρημα Έρεβος” (σελ.77)

Προκήρυξη ΣΠΦ για την επίθεση στη Δάφνη (σελ.69)

Προκήρυξη FAI για την επίθεση στο Άργος
(σελ.74)

Τέχνη

Χαοτενίες (σελ. 82)
1.”Φεύγοντας διαρκώς” – Ποίημα του Χρήστου Τ. μέλους της ΣΠΦ (σελ.83)
2.”Προς το προλεταριάτο” (σελ.84)
3.”Οι Λιτανείες του Σατανά” – Μπωντλαίρ (σελ.86)
4.”Το Ιερατείο” (σελ.88)
5.”Απόντες” – Κ.Γώγου (σελ.90)
6.”Εντολή” – Έζρα Πάουντ
(σελ. 91)
7.”Η προσευχή ενός ειδωλολάτρη” – Μπωντλαίρ
(σελ.92)
8.”Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο – Κ.Καρυωτάκης
(σελ.93)
9.”Προσευχή” – Μπωντλαίρ (σελ. 94)
10.”Η ευτυχία μου” – Φ.Νίτσε (σελ.94)

Το έντυπο διακινείται χέρι με χέρι, μετά από επικοινωνία με την εκδοτική ομάδα και σε μορφή PDF διαδικτυακά από εδώ: https://files.espiv.net/file.php?h=Rltdi

Το παρόν τεύχος αφιερώνεται από τη συντακτική ομάδα της Μηδενιστικής Πορείας στον αναρχομηδενιστή σύντροφο Mauricio Morales, που σκοτώθηκε πριν τέσσερα χρόνια (22/05/2009), όταν ο εκρηκτικός μηχανισμός που κουβαλούσε εξερράγη πρόωρα.

Han Ryner: Αντιπατριωτισμός

Friday, June 7th, 2013

Αναδημοσίευση από www.diskordia.squat.gr

Θα καταφέρω άραγε εδώ, να αποφύγω αυτές τις σκέψεις και εκτιμήσεις που ανήκουν περισσότερο σε άρθρα για την πατρίδα και τον πατριωτισμό;

 Ο αντιπατριωτισμός ήταν η αντίδραση της λογικής και του συναισθήματος, τη στιγμή που ο πατριωτισμός κυριαρχούσε. Πήρε ποικίλες μορφές ανάλογα με το βαθμό στον οποίο βασιζόταν περισσότερο ή λιγότερο ενσυνείδητα στον ατομικισμό, στην αγάπη για όλους τους ανθρώπους, στην αγάπη για έναν άνθρωπο (όπως με την Camille την αδερφή των Horatii)1. Ακόμα μπορεί να βασιζόταν σε μια λογική ή συναισθηματική προτίμηση για τους νόμους και τα ήθη μιας ξένης χώρας.

Ο Βούδας ήταν κατ’ ανάγκη εχθρικός σε οποιαδήποτε πατριωτική αποκλειστικότητα, ένας άνθρωπος ο οποίος δεν αναγνώριζε καν τι μπορεί να οριστεί ως ανθρώπινος σωβινισμός, αλλά επέκτεινε την αγάπη του σε όλα τα έμβια όντα. Στην Ελλάδα οι σοφιστές ήταν αντιπατριώτες. Ο Σωκράτης, ο μεγαλύτερος των σοφιστών2διακήρυττε: “Δεν είμαι Αθηναίος, είμαι πολίτης του κόσμου”. Καταδίκασε την πατρίδα στο όνομα των “άγραφων νόμων”, δηλαδή στο όνομα της συνείδησης. Άλλοι Σοφιστές την απέρριπταν με βάση έναν πιο φλογερό ατομικισμό. Εντούτοις, ο σύγχρονός τους ο Αριστοφάνης απεχθανόταν την δημοκρατική πατρίδα του γιατί θαύμαζε την αριστοκρατική οργάνωση της Σπάρτης (Έτσι ο Paul Bourget3 και ο Leon Daudet4, θαμπωμένοι από την δύναμη ακρίβειας της γερμανικής διοίκησης, αφέθηκαν για χρόνια σε έναν αφελή και απλοϊκό πατριωτισμό: νεαροί ζιγκολό που αναπόφευκτα παραδόθηκαν στον πιο φοβερό “τρόμο”). Ο Πλάτωνας και ο Ξενοφών, φτωχοί μαθητές του Σωκράτη, που τον νόθευσαν και τον χρησιμοποίησαν όπως περίπου o Charles Maurras5 πλαστογράφησε και χρησιμοποίησε τον Auguste Comte6, έχουν παρόμοια συναισθήματα με αυτά του Αριστοφάνη. Ο Ξενοφών κατέληξε να μάχεται την “πατρίδα” του, μέσα από τις τάξεις των Λακεδαιμόνιων.

Οι Κυρηναϊκοί φιλόσοφοι ήταν επίσης αντιπατριώτες. Ένας εξ’ αυτών, ο Θεόδωρος ο Άθεος επαναλάμβανε την φράση πολλών σοφών ανθρώπων “Πατρίδα μου είναι ο Κόσμος”. Προσέθετε “Το να θυσιάζει κανείς τον εαυτό του για την πατρίδα, σημαίνει να αποκηρύσσει την σοφία για να σώσει τους τρελούς”. Σε αυτό, κάνει λάθος: Σημαίνει να βοηθάς τους τρελούς να καταστρέψουν τους εαυτούς τους.

Οι Κυνικοί φανερά και τολμηρά διακήρυτταν τον αντιπατριωτισμό. Ο Αντισθένης συγκεκριμένα ενέπαιζε όλους όσους ήταν περήφανοι που ήταν αυτόχθονες, μια δόξα που μοιράζονται -σημειώνει- με συγκεκριμένο αριθμό γυμνοσαλιάγκων και θαυμάσιων ακριδών. Ο Διογένης για να διακωμωδήσει τις “συναισθηματικές “ ενέργειες των πατριωτών, διέσχισε με το πιθάρι του μια πόλη υπό πολιορκία. Ο μαθητής του, ο Κράτης από την Κρήτη, δήλωνε “Δεν είμαι πολίτης των Θηβών, αλλά του Διογένη”.

Ο Πλούταρχος επαναπροσεγγίζει τους Επικούρειους και τους Στωικούς και τον περιφρονητικό και πρακτικό τους αντιπατριωτισμό, που τους απέτρεπε από το να συμμετάσχουν σε οποιαδήποτε δημόσια διαδικασία και ενασχόληση. Ο Επικούρειος αναγνώριζε μόνο συγκεκριμένα συναισθήματα και κρατούσε την καρδιά του για λίγους φίλους, οι οποίοι μπορεί να ήταν από οποιαδήποτε χώρα. Ο Στωικός επέκτεινε την αγάπη του προς όλους τους ανθρώπους. Πειθαρχούσε «στη φύση που έκανε τον άνθρωπο φίλο του ανθρώπου, όχι από συμφέρον αλλά πηγαία». Τέσσερεις αιώνες πριν τον Χριστιανισμό, είχε την σύλληψη της έννοιας του φιλανθρωπισμού, που ενώνει σε ένα ενιαίο σύνολο-ομάδα, όλους όσους συμμετέχουν στο Λόγο, θεούς και ανθρώπους.

Οι πρώτοι Χριστιανοί ήταν τόσο αντιπατριωτικοί όσο, οι Στωικοί, οι Επικούρειοι και τόσοι άλλοι σοφοί . Οι Χριστιανοί της Ιουδαίας, δεν συγκινήθηκαν από το γκρέμισμα της Ιερουσαλήμ. Όσοι ήτανε στην Ρώμη, πεισματικά προέβλεψαν την πτώση της. Αγαπούσαν μόνο την επουράνια πατρίδα και ο Τερτυλλιανός είπε στο όνομα τους: “Αυτό που είναι πιο ξένο σε εμάς, είναι τα δημόσια πράματα”. Ήταν πιστοί στο πνεύμα του Ευαγγελίου, όπου μια συγκεκριμένη παραβολή, όπως για παράδειγμα αυτή του καλού Σαμαρείτη, θα μεταφραζόταν από έναν πραγματικά χριστιανό Γάλλο, στην παραβολή του καλού Πρώσου, ενώ ένας Γερμανός ευαγγελικός θα την μετέφραζε στην παραβολή του καλού Γάλλου. Η έννοια “καλός” δεν θα είχε το ίδιο νόημα που δίνει ο Hindenburg7 για τον ακαδημαϊκό Joffre8.

Καθολικισμός σημαίνει οικουμενικότητα. Ο Καθολικισμός είναι διεθνής κι επομένως αν είναι ειλικρινής και συνειδητός, αποτελεί μια μορφή αντιπατριωτισμού. Μια πρόσφατη Διεθνής θέλει να αντικαταστήσει τον πόλεμο με την επανάσταση και τις εχθροπραξίες μεταξύ των εθνών με την ταξική πάλη. Οι αρχές του καθολικισμού δεν επιτρέπουν την διάκριση σε πιστούς και άπιστους. Οι μοντέρνοι καθολικοί καυχιούνται για τον πατριωτισμό τους χωρίς να συνειδητοποιούν ότι με αυτό αρνούνται τον καθολικισμό. Έτσι, τα μέλη των Σοσιαλιστικών ή Κομμουνιστικών κομμάτων που συναινούν στην “εθνική άμυνα” θα έπρεπε να σταματήσουν να προσδιορίζονται σαν Σοσιαλιστές. Το νόημα του καθολικισμού ζει ακόμα σε λίγους ανθρώπους όπως στον Gustav Dupin, συγγραφέα του “Ο καταχθόνιος πόλεμος”, στον Grillot de Givry, συγγραφέα του “Ο Χριστός και η πατρίδα”, στον Dr. Henri Mariave, συγγραφέα του “Ανώτατη Φιλοσοφία”.Ως εκ τούτου, προκαλούν αποστροφή στους λεγόμενους “αδερφούς” τους.

Ο αντιπατριωτικός λόγος και αλήθεια, δεν αναλύθηκε ή εξηγήθηκε από κανέναν πιο ισορροπημένα και με καθαρή συνείδηση από τον Τολστόι. Στην μπροσούρα του “Πατριωτισμός και Κυβέρνηση” δείχνει σε τι έκταση και βαθμό ο πατριωτισμός είναι μια οπισθοδρομική ιδέα, άκαιρη και επιζήμια. Ως συναίσθημα ο πατριωτισμός είναι κακός και επιβλαβής˙ ως δόγμα είναι παράλογο, από τη στιγμή που είναι ξεκάθαρο πως αν κάθε λαός και κάθε κράτος αναγνωρίζει τον εαυτό του ως τον καλύτερο και μεγαλύτερο μεταξύ των άλλων, τότε όλοι έχουν κάνει ένα παράξενα τεράστιο λάθος. Έπειτα εξηγεί πως “αυτή η παλιά ιδέα, που βρίσκεται σε μια απαίσια και σκανδαλώδη αντίθεση- με την όλη τάξη των πραγμάτων, η οποία έχει σε πολλές της πτυχές διαφοροποιηθεί, συνεχίζει να επηρεάζει τους ανθρώπους και να καθοδηγεί τις πράξεις τους. Μόνο όσοι βρίσκονται στην εξουσία και εκμεταλλεύονται την εύκολα κατευθυνόμενη ανοησία των μαζών, βρίσκουν επωφελές να διατηρηθεί αυτή η αντίληψη, η οποία πλέον δεν έχει κανένα νόημα ή χρησιμότητα. Το πετυχαίνουν αυτό γιατί κατέχουν τον ξεπουλημένο Τύπο, το δουλοπρεπές πανεπιστήμιο, το βάρβαρο στρατό και η διεφθαρμένη οικονομία, δηλαδή τα ισχυρότερα μέσα για να επηρεάζουν τους ανθρώπους.

Εκτός από περιπτώσεις που πρόκειται για τις διεκδικήσεις ιθαγενών πληθυσμών σε αποικίες, ή τα αποσχιστικά ρεύματα μερικών Ιρλανδών, Βρετανών, Οξιτανών (occitanians), η λέξη πατριωτισμός σχεδόν πάντα στηρίζεται, στις ψευδολογίες μιας μόδας. Οι θυσίες που ζητούνται για την πατρίδα, θέλουν να θυσιάσουν εμάς σε μια άλλη θεότητα, το Έθνος, που κατέστρεψε και λήστεψε τις “πατρίδες” μας όποιες και αν είναι αυτές. Κανένας μας πλέον δεν έχει πατρίδα στα μεγάλα και ετερογενή μοντέρνα έθνη.

Η αγάπη για τον τόπο της γέννησής μας είναι ανόητη, παράλογη και εχθρική προς την εξέλιξη αν παραμείνει αποκλειστική. Αν επρόκειτο να γίνει ένα μέσο για την ανάπτυξη της νοημοσύνης, θα την δόξαζα και θα την εξυμνούσα με τον ίδιο τρόπο που ένας άνθρωπος που ξεκουράζεται στην σκιά ενός δέντρου, “ευχαριστεί” τον σπόρο.

Από την αγάπη μου για την γη των παιδικών μου χρόνων και για την γλώσσα που, θα έλεγα πρώτη “χαμογέλασε” στα αυτιά μου, προέρχεται η αγάπη για όλες τις ομορφιές της φύσης και την «σκεπτική» (pensive) μουσική όλων των ανθρώπινων γλωσσών.

Ας με διδάξει η περηφάνια στο βουνό μου, να θαυμάζω άλλες κορυφές…

Ας με διδάξει η ευγένεια του ποταμού μου να κοινωνώ με το όνειρο όλων των ποταμών… Τη μαγεία του δάσους μου να μάθω να τη βρίσκω στη χάρη όλων των δασών… Μακάρι η αγάπη για μια γνωστή ιδέα να μην με αποτρέψει από μια καινούρια ή έναν εμπλουτισμό που έρχεται από μακριά…

Με τον ίδιο τρόπο που ένας ενήλικας ξεπροβάλλει μέσα από ένα παιδικό σώμα, οιπρώτες ομορφιές χρησιμεύουν ιδανικά για εμάς για να κατανοήσουμε, να γευτούμε και να κατακτήσουμε όλες τις ομορφιές. Τι φτώχεια και κακομοιριά ακούμε μέσα σε αυτές τις αφελείς μνήμες μια φτωχής και συγκινητικής γλώσσας που μας αποτρέπει από το να ακούσουμε και άλλες γλώσσες! Ας αγαπήσουμε στις παιδικές μας αναμνήσεις, εκείνο το αλφάβητο που μας επιτρέπει να διαβάσουμε όλα τα κείμενα που μας προσφέρονται από τα συνεχή και αλλεπάλληλα πλούτη της ζωής μας.

 

1 Παρμένο από έναν ρωμαϊκό μύθο. Οι Horatii ήταν τρίδυμοι αδερφοί από την Ρώμη, που μονομάχησαν με τους τρίδυμους Curιatii από την AlbaLonga, όταν οι δυο πόλεις βρίσκονταν σε πόλεμο. Η Camille, αδερφή των Horatii και παντρεμένη με έναν από τους Curiatii, δολοφονήθηκε από τον αδερφό της για προδοσία.

 

2 Λάθος του συγγραφέα που κατατάσσει τον Σωκράτη στους Σοφιστές.

 

3 Ο Paul Charles Joseph Bourget (1852-1935) ήταν Γάλλος μυθιστοριογράφος και κριτικός. Η φήμη του Bourget’s ως μυθιστοριογράφου είναι βέβαιη σε μερικούς ακαδημαϊκούς κύκλους διανοουμένων αλλά παρ’ όλη την επιτυχία τους στην εποχή του, τα μυθιστορήματά του είναι ξεχασμένα πλέον από το ευρύ κοινό.

 

4LeonDaudet (1867-1942): Γάλλος συγγραφέας και δημοσιογράφος, μοναρχικός.

 

5 Charles Maurras (1868-1952): Γάλλος εθνικιστής συγγραφέας, ηγέτης της ActionFrancaise, μοναρχικής υπερσυντηρητικής οργάνωσης.

 

6AugusteComte (1798-1857): Γάλλος φιλόσοφος. Ήταν πρωτεργάτης της επιστήμης της κοινωνιολογίας και ιδρυτής του δόγματος του θετικισμού. Ανέπτυξε την θετικιστική φιλοσοφία σαν θεραπεία της κοινωνικής δυσφορίας που επήλθε μετά τη Γαλλική Επανάσταση, καλώντας για ένα κοινωνικό μοντέλο το οποίο θα βασίζεται στις επιστήμες. Θεωρείται σαν τον πρώτο φιλόσοφο της επιστήμης με την μοντέρνα έννοια του όρου. Ήταν μεγάλη επιρροή στη σκέψη του 19ου αιώνα και επηρέασε τα έργα άλλων κοινωνιολόγων όπως του KarlMarx, τουGeorgeStuartMill…

 

7PaulvonHindenburg (1847-1934): Γερμανός στρατιωτικός, σημαντική φιγούρα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, γίνεται αργότερα πρόεδρος της Δημοκρατίας. Είναι αυτός που παρέδωσε την κυβέρνηση στους εθνικοσοσιαλιστές.

 

8JosephJoffre (1852-1931): Διοικητής του γαλλικού στρατού στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μαξ Στίρνερ – Τέχνη και Θρησκεία

Monday, May 27th, 2013

Τώρα, από τη στιγμή που ο άνθρωπος υποψιάζεται πως έχει μια άλλη πλευρά του εαυτού του [Jenseits] μέσα του, και πως δεν αρκείται στην απλή φυσική του κατάσταση, τότε οδηγείται στο να διαχωρίσει τον εαυτό του σ’ αυτό που πράγματι είναι, και σ’ αυτό που πρέπει να γίνει. Όπως ακριβώς ο νέος είναι το μέλλον του αγοριού, και ο ώριμος άντρας το μέλλον του αθώου παιδιού, έτσι κι αυτή η άλλη πλευρά [Jenseitiger] είναι ο μελλοντικός άνθρωπος που πρέπει να προσδοκάται από την άλλη πλευρά τούτης της τωρινής πραγματικότητας.  Aπό την αυγή αυτής της υποψίας, ο άνθρωπος πασχίζει και αδημονεί για τον δεύτερο άλλο άνθρωπο του μέλλοντος, και δεν θα ησυχάσει ώσπου να δει τον εαυτό του με το σχήμα εκείνου του ανθρώπου της άλλης πλευράς. Αυτό το σχήμα ταλαντεύεται μέσα του πολύν καιρό· το νιώθει μονάχα σαν μια αχτίδα στο ενδότερο σκοτάδι του που αναδύεται, αν και δεν έχει ακόμη καθορισμένοo περίγραμμα ή ορισμένη μορφή. Για πολύν καιρό, μαζί με άλλους τυφλούς και βωβούς σ’ αυτό το σκοτάδι, η καλλιτεχνική ιδιοφυΐα αναζητεί να εκφράσει αυτό το προαίσθημα. Αυτό που κανείς άλλος δεν καταφέρνει να κάνει, το πετυχαίνει, παρουσιάζει την ανυπομονησία, την αναζήτηση της μορφής, και ανιχνεύοντας το σχήμα του δημιουργεί έτσι το — Ιδεώδες. Τι είναι λοιπόν ο τέλειος άνθρωπος, ο καθώς πρέπει χαρακτήρας του, από τον οποίο ό,τι φαίνεται δεν είναι παρά η απλή εμφάνιση αν όχι του Ιδεώδους  Ανθρώπου, του Ανθρώπινου Ιδεώδους; Ο καλλιτέχνης μόνον έχει ανακαλύψει επιτέλους τη σωστή λέξη, την ακριβή εικόνα, την ακριβή έκφραση αυτής της ύπαρξης που όλοι αναζητούμε. Παρουσιάζει αυτό το προαίσθημα — είναι το Ιδεώδες. ‘Ναι! αυτό είναι! αυτό είναι το τέλειο σχήμα, η εμφάνιση που τόσο λαχταρούσαμε, τα Καλά Νέα — χαράς ευαγγέλια. Εκείνον που στείλαμε προ πολλού με την ερώτηση της οποίας η απάντηση θα ικανοποιούσε τη δίψα του πνεύματός μας έχει επιστρέψει!’ Ας χαιρετίσουν λοιπόν οι άνθρωποι αυτό το δημιούργημα της ιδιοφυίας, και μετά ας υποκλιθούν — λατρευτικά.

 Ναι, λατρεμένε! Οι μάζες των ανθρώπων προτιμούν να είναι διπλασιασμένες παρά μόνες, δυσανασχετούν με τον εαυτό τους όταν βρίσκονται στη φυσική τους απομόνωση. Αναζητούν έναν πνευματικό άνθρωπο για δεύτερο εαυτό τους. Αυτός ο όχλος είναι ικανοποιημένος με το έργο της ιδιοφυίας, και ο διαχωρισμόςτου είναι πλήρης. Για πρώτη φορά ο άνθρωπος αναπνέει εύκολα, επειδή η ενδότερη σύγχυσή του λύθηκε, κι η ενοχλητική υποψία εγκαταλείφθηκε τώρα όπως μια αντιληπτή μορφή. Αυτός ο Άλλος [Gegenüber] είναι αυτός ο ίδιος κι ακόμη όχι αυτός: είναι η άλλη του πλευρά προς την οποία όλες οι σκέψεις και τα αισθήματα κυλούν αλλά δίχως να τη φτάνουν πραγματικά, διότι είναι η άλλη του πλευρά, ενσωματωμένη και αξεχώριστα συνδεδεμένη με την τωρινή του πραγματικότητα. Είναι ο ενδόμυχος Θεός, αλλά είναι απλησίαστος· και αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να πιάσει δεν μπορεί να κατανοήσει. Τα χέρια του απλώνονται, αλλά ο Άλλος δεν φτάνεται ποτέ· αν τον έφτανε πώς θα μπορούσε ο ‘Άλλος’ να συνεχίσει να υπάρχει; Πού θα βρισκόταν αυτός ο διαχωρισμός με όλους τους πόνους και τις απολαύσεις του; Πού θα βρισκόταν — και μπορούμε να είμαστε κατηγορηματικοί, γι’ αυτό το διαχωρισμό που ονομάζεται αλλιώς — η θρησκεία;

 Η τέχνη προκαλεί διαχωρισμό, τοποθετώντας με αυτόν το Ιδεώδες πέρα και ενάντια στον άνθρωπο. Αλλά αυτή η θεώρηση, που διήρκεσε τόσο πολύ, ονομάζεται θρησκεία, και θα διαρκέσει ώσπου ένα απαιτητικό μάτι να σύρει πάλι αυτό το Ιδεώδες μέσα και να το καταβροχθίσει. Επομένως, επειδή είναι μια θεώρηση, απαιτεί ένα άλλο, ένα Αντικείμενο. Άρα, ο άνθρωπος σχετίζεται θρησκευτικά με το Ιδεώδες που διαδόθηκε από το καλλιτεχνικό δημιούργημα, με το δεύτερο, εξωτερικευμένα εκφρασμένο Εγώ όπως με ένα Αντικείμενο. Εδώ βρίσκεται όλη η αγωνία και οι αγώνες των αιώνων, διότι είναι επίφοβο να βρίσκεται κανείςεκτός του εαυτού του, αντιμετωπίζοντας τον εαυτό του σαν ένα Αντικείμενο, δίχως να είναι ικανός να ενωθεί με αυτό, και σαν ένα Αντικείμενο που βρίσκεται πέρα και ενάντια στον άνθρωπο ικανό να εκμηδενιστεί εκμηδενίζοντας έτσι και τον ίδιο.1 Ο θρησκευόμενος κόσμος ζει με τις χαρές και τις λύπες που βιώνει από το Αντικείμενο, και ζει αποκομμένος από τον εαυτό του. Η πνευματική του ύπαρξη δεν συνίσταται στη λογική, αλλά μάλλον στη διάνοια. Η θρησκεία είναι ένα πράγμα της διανοίας (Verstandes-Sache)!2 Το Αντικείμενο είναι τόσο σταθερό που καμιά ευσεβής ψυχή δεν μπορεί να το κερδίσει ολοκληρωτικά, αλλά πρέπει μάλλον να κερδηθεί απ’ αυτό, τόσο εύθραυστο είναι το πνεύμα της όταν αντιτίθεται στο Αντικείμενο της διάνοιας. ‘Ψυχρή διάνοια!’ — δεν γνωρίζεις τι εστί ‘ψυχρή’ διάνοια; — Δεν γνωρίζεις ότι τίποτε δεν είναι τόσο φλογερά θερμό, τόσο ηρωικά καθορισμένο όσο η διάνοια; ‘Censeo, Carthaginem esse delendam’ παραδέχτηκε η διάνοια του Κάτων, και παρέμεινε έτσι λογικός.4 Η γη κινείται γύρω από τον ήλιο έλεγε η διάνοια στον Γαλιλαίο ακόμη κι όταν ο αδύναμος γέρος γονυκλινής ορκιζόταν την αλήθεια — και καθώς σηκώθηκε ξανά είπε ‘και όμως κινείται γύρω από τον ήλιο’. Καμιά δύναμη δεν είναι τόσο σημαντική ώστε να μας αναγκάσει να απορρίψουμε το συλλογισμό, ότι δύο φορές το δύο κάνει τέσσερα, κι έτσι η αιώνια φράση της διανοίας παραμένει αυτή ‘Εδώ στέκομαι, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς!’5 Η βάση μιας τέτοιας διάνοιας είναι ακλόνητη, διότι το αντικείμενο (δύο φορές το δύο κάνει τέσσερα, κτλ.) δεν επιτρέπει στον εαυτό του να κλονιστεί. Έχει μήπως η θρησκεία τέτοια διάνοια; Ασφαλώς, καθώς έχει επίσης ένα ακλόνητο Αντικείμενο στο οποίο είναι οχυρωμένη: ο καλλιτέχνης το έχει δημιουργήσει για σας και μόνο ο καλλιτέχνης μπορεί να το επανακτήσει για σας.

 Η θρησκεία δεν έχει ιδιοφυίες. Δεν υπάρχει θρησκευτική ιδιοφυία, και κανείς δεν θα επιτρεπόταν να διακρίνει ταλαντούχους και μη-ταλαντούχους στη θρησκεία. Στη θρησκεία, καθένας έχει την ίδια ικανότητα, αρκετή για την κατανόηση τόσο της τριάδας όσο και της πυθαγόρειας θεωρίας. Φυσικά, δεν πρέπει να συγχέει κανείς τη θρησκεία με τη θεολογία, όπου δεν έχουν εδώ όλοι την ίδια ικανότητα, όπως ισχύει στα ανώτερα μαθηματικά και την αστρονομία, επειδή αυτά τα πράγματα απαιτούν ένα συγκεκριμένο επίπεδο — υπολογισμού.

 Μονάχα ο ιδρυτής μιας θρησκείας είναι εμπνευσμένος, αλλά είναι επίσης και ο δημιουργός Ιδεωδών, δίχως τη δημιουργία των οποίων κάθε επιπλέον ιδιοφυία θα ήταν αδύνατη. Όπου το πνεύμα περιορίζεται από κάποιο Αντικείμενο, η κίνησή του θα είναι στο εξής πλήρως καθορισμένη από σεβασμό γι’ αυτό το Αντικείμενο. Αν μια ορισμένη αμφισβήτηση πάνω στην ύπαρξη του Θεού, πάνω σ’ αυτό το υπερβατικό αντικείμενο αναδυόταν στο θρησκευόμενο άτομο, αυτό το άτομο θα έπαυε να είναι θρησκευόμενο, περίπου όπως κάποιος που πιστεύει στα φαντάσματα θα έπαυε να πιστεύει όταν οριστικά αμφισβητούσε την ύπαρξή τους. Το θρησκευόμενο άτομο ενδιαφέρεται μονάχα για τις ‘Αποδείξεις της Ύπαρξης του Θεού’ διότι αυτό, καθώς περιορίστηκε γρήγορα στον κύκλο της πίστης, φύλαξε ενδόμυχα την ελεύθερη κίνηση της διανοίας και του υπολογισμού. Εδώ, λέω, το πνεύμα είναι εξαρτημένο από ένα αντικείμενο, ζητά να το ερμηνεύσει, να το εξερευνήσει, να το νιώσει, να το αγαπήσει κ.ο.κ… επειδή δεν είναι ελεύθερο, και από τη στιγμή που η ελευθερία είναι η κατάσταση της ιδιοφυίας, γι’ αυτό το λόγο το θρησκευόμενο πνεύμα δεν είναι εμπνευσμένο. Η εμπνευσμένη ευσέβεια είναι τόσο μεγάλη ανοησία όσο λαμπρό είναι ένα λινό ύφασμα. Η θρησκεία είναι πάντα φιλόξενη για τους ανόητους, και κάθε μη-δημιουργικός βλάκας μπορεί και θα έχει πάντα μια θρησκεία, μια και η απουσία δημιουργικότητας δεν φαίνεται να εμποδίζει την εξαρτημένη ζωή του.

 ‘Αλλά δεν είναι η αγάπη η αρμόζουσα ουσία της θρησκείας, και δεν είναι αυτό εξ ολοκλήρου ένα ζήτημα αισθήματος και όχι διανοίας;’6 Αλλά αν είναι ζήτημα καρδιάς, πρέπει να είναι λιγότερο ζήτημα διανοίας; Αν καταλαμβάνει όλη την καρδιά μου, τότε είναι ζήτημα της καρδιάς μου — αλλά αυτό δεν αποκλείει επίσης την ενασχόληση όλης της διανοίας μου, κι αυτό από μόνο του δεν είναι κάτι απαραιτήτως καλό, αφού το μίσος και ο φθόνος μπορεί επίσης να είναι ζητήματα της καρδιάς. Η αγάπη είναι, στην ουσία, μονάχα ένα πράγμα της διανοίας [Verstandes-Sache], διαφορετικά όμως, μπορεί να διατηρήσει αψεγάδιαστο τον τίτλο της ως πράγμα της καρδιάς. H αγάπη, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι μια υπόθεση της λογικής [Sache der Vernunft], διότι στο Βασίλειο της Λογικής υπάρχει πολύ λιγότερη αγάπη απ’ αυτήν που θα γιορταστεί, σύμφωνα με τον Χριστό, στη Βασιλεία των Ουρανών. Φυσικά επιτρέπεται να μιλάμε για μια αγάπη που ‘ξεπερνά τη διάνοια’, αλλά είναι τόσο πέρα από τη διάνοια ώστε είναι ανάξια — όπως αυτό που τόσο συχνά αποκαλείται αγάπη από εκείνους που θέλγονται από ένα ελκυστικό πρόσωπο — ή μπορεί να εμφανιστεί στο μέλλον, μια αγάπη που επί του παρόντος βρίσκεται πέρα από την έκφραση της διανοίας, αλλά εν τούτοις δεν έχει βρει την έκφρασή της. Η παιδική αγάπη, ασυνείδητα, γίνεται κατανοητή μονάχαμέσα στον εαυτό της, και μεμονωμένα δεν είναι τίποτε δίχως τις δοσμένες υποθέσεις της συνείδησης, πηγαίνοντας τόσο μακριά όσο και η ωρίμανση και η αύξηση της διανοίας του παιδιού. Όσο το παιδί δεν δίνει σημάδια διάνοιας, δεν δείχνει — όπως καθένας μπορεί να μάθει από την εμπειρία — αγάπη. Η αγάπη του ξεκινά με το φόβο — ή, αν θέλεις, με το σεβασμό — εκείνου του Πράγματος που θα ξεχωρίσει πρώτα από το γενικό χάος που τα περιέχει όλα, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων, και στο οποίο τότε θα προσηλωθεί περισσότερο απ’ ότι σε κάποιο άλλο. Το παιδί αγαπά επειδή έλκεται από μια παρουσία, ή πράγμα, και έτσι ένα πρόσωπο, μέσα στα όρια της εξουσίας του ή στο μαγικό κύκλο του. Κατανοεί ξεκάθαρα πως το ον που είναι η μητέρα του είναι ξεχωριστό από τα άλλα όντα ακόμη κι αν δεν ξέρει πως να εκφράσει αυτήν την κατανόηση. Κανένα παιδί δεν αγαπά πριν από οποιαδήποτε διάνοια· και η πιο μεγάλη του αγάπη δεν είναι τίποτε παρά αυτή η ενδόμυχη διάνοια. Όποιος έχει παρατηρήσει προσεκτικά την αγάπη ενός παιδιού θα επιβεβαιώσει αυτή την αρχή. Αλλά όχι μόνο εγείρεται και βυθίζεται η αγάπη ενός παιδιού με την αντίληψη του ’Αντικειμένου [Gegenstandes]‘ της (όπως τόσο συχνά ο αγαπημένος αξιοσημείωτα, αλλά και χονδροειδώς, ονομάζεται) αλλά μάλλον και κάθε αγάπη. Αν δημιουργηθεί μια παρανόηση, τότε και η αγάπη διαρκεί πάνω-κάτω όσο διαρκέσει αυτή, και χρησιμοποιεί έτσι κανείς τη λέξη ‘παρανόηση’ ώστε να προσδιορίσει επακριβώς την παραφωνία που διαταράσσει την αγάπη. Η αγάπη φεύγει και χάνεται ανεπανόρθωτα όποτε ο ένας παρανοείται εξ’ ολοκλήρου από τον άλλο: η παρανόηση είναι τότε πλήρης, και η αγάπη σβησμένη.

 Το αγαπημένο πράγμα είναι ένα απαραίτητο Αντικείμενο, ένας ‘Άλλος [Gegenstand]‘. Έτσι γίνεται με τη διάνοια, αυτή τη μοναδική και κατάλληλη πνευματική πράξη της θρησκείας, επειδή η διάνοια είναι μόνο σκέψη πάνω σε ένα αντικείμενο, μόνο συλλογισμός και αφοσίωση, κι όχι ελεύθερη, ακηδεμόνευτη [objectlose] ’λογική’ σκέψη, που η θρησκεία μάλλον θα θεωρούσε και έτσι θα καταδίκαζε ως ‘φιλοσοφική χίμαιρα’. Εφόσον για τη διάνοια ένα αντικείμενο είναι αναγκαίο, θα διακόπτεται πάντοτε η δράση της όποτε βρίσκει περισσότερα να γνωρίσει. Η ενασχόλησή της με μια περίπτωση λήγει μαζί με τη δράση της πάνω στην περίπτωση, και γι’ αυτό για να αφιερώσει εθελούσια τον εαυτό της και τις δυνάμεις της σε οτιδήποτε, αυτό το πράγμα θα πρέπει να αποτελεί ένα μυστήριο γι’ αυτήν. Αυτό ισχύει εξίσου γι΄ αυτόν που αγαπά όπως για τον αγαπώμενο. Ο γάμος εξασφαλίζει μια σταθερή αγάπη μόνον όταν το ζευγάρι ανακαλύπτει τον εαυτό του εκ νέου κάθε μέρα, και όταν ανακαλύπτει ο ένας στον άλλο μια αστείρευτη πηγή ζωής, που είναι, ένα μυστήριο, ανεξερεύνητο και αχαρτογράφητο. Αν δεν βρίσκουν τίποτα καινούργιο ο ένας στον άλλο, η αγάπη εκφυλίζεται σε ανία και αδιαφορία. Η δραστηριότητα της διανοίας, όταν αδυνατεί να εξασκηθεί πάνω σε ένα μυστήριο επειδή το σκοτάδι του έχει διαλυθεί, αποστρέφεται από το ολότελα κατανοητό και ανούσιο τώρα άλλο. Εκείνος που επιθυμεί να αγαπηθεί οφείλει να φροντίσει, όπως η έξυπνη γυναίκα, να μην προσφέρει όλη του τη γοητεία μονομιάς. Με κάτι καινούργιο κάθε πρωί η αγάπη μπορεί να διαρκέσει αιώνες! Η διάνοια ασχολείται με αληθινά μυστήρια τα οποία εξελίσσει σε υποθέσεις της καρδιάς: το αληθινό άτομο μπλέκεται με ζητήματα διανοίας, και έτσι αυτά μετασχηματίζονται σε υποθέσεις της καρδιάς.

 Τώρα όπως η τέχνη έχει κατασκευάσει το Ιδεώδες για τον άνθρωπο, και μ’ αυτό δίνει στη διάνοια του ανθρώπου ένα αντικείμενο να αντιπαλεύει, μια πάλη που, στην πορεία του χρόνου, δίνει αξία σε εκείνα τα κενά αντικείμενα της διανοίας, έτσι και η τέχνη είναι ο δημιουργός της θρησκείας, και σ’ ένα φιλοσοφικό σύστημα — σαν του Χέγκελ — δεν θα έπρεπε να τοποθετείται κατόπιν της θρησκείας. Όχι μόνον οι ποιητές Όμηρος και Ησίοδος ’έπλασαν τους θεούς των Ελλήνων’, αλλά και άλλοι, ως καλλιτέχνες, έχουν εγκαθιδρύσει θρησκείες, παρόλο που θα δίσταζε κανείς να απευθύνει το επιπόλαιο όνομα ‘Καλλιτέχνης’ σ’ αυτούς. Η τέχνη είναι η αρχή, το Άλφα της θρησκείας, αλλά είναι επίσης και το τέλος της, το Ωμέγα. Ακόμη περισσότερο — είναι η συντροφιά της. Δίχως την τέχνη και τον ιδεαλιστικά δημιουργικό καλλιτέχνη η θρησκεία δεν θα υπήρχε, αλλά όταν ο καλλιτέχνης επανοικειοποιείται την τέχνη του, έτσι και η θρησκεία εξαφανίζεται. Όμως, σ’ αυτή την επιστροφή διαφυλάσσεται επίσης, επειδή αναζωογονείται. Όποτε η τέχνη προχωρεί ολοταχώς, δημιουργεί μια θρησκεία και παραμένει στην πηγή της. Από την άλλη μεριά, η φιλοσοφία δεν είναι ποτέ δημιουργός κάποιας θρησκείας, διότι ποτέ δεν παράγει ένα σχήμα που να μπορεί να προσφερθεί σαν ένα Αντικείμενο στη διάνοια, και οι λεπτολόγες ιδέες της δεν προσφέρονται για αξιοσέβαστα αντικείμενα μαζικής λατρείας. Η τέχνη, αντίθετα από τη φιλοσοφία, είναι αναγκασμένη να ανασύρει από τη μοναξιά της στο σιωπηλό σκοτάδι του υποκειμένου την ορθή και τελειότερη μορφή του πνεύματος, την πιο πλήρως εξιδανικευμένη έκφραση του ίδιου του πνεύματος, και να την αναπτύξει και να την αποδεσμεύσει σαν ένα Αντικείμενο. Έτσι, ‘ο άνθρωπος στέκεται μπροστά σ’ αυτό το Αντικείμενο, το δημιουργό του πνεύματός του, στο Θεό, και ακόμη και ο καλλιτέχνης πέφτει στα γόνατα μπροστά του. Σ’ αυτή τη δέσμευση και εμπλοκή με το Αντικείμενο, η θρησκεία ακολουθεί μια αντίθετη πορεία από την τέχνη. Στην τέχνη, ο κόσμος του καλλιτέχνη παρουσιάζεται μπροστά στα μάτια κάποιου σαν ένα Αντικείμενο, ένας κόσμος που ο καλλιτέχνης ανέσυρε και συγκέντρωσε με τη μέγιστη δύναμη και τον πλούτο της δικής του εσωτερικότητας, ένας κόσμος που θα ικανοποιήσει κάθε αληθινή ανάγκη και επιθυμία. Από την πλευρά της, η θρησκεία αγωνιά να επανακτήσει αυτό τον κόσμο για την εσωτερικότητα του ανθρώπου, να τον τραβήξει πίσω στην πηγή του, να τον ξανακάνει υποκειμενικό. Η θρησκεία πασχίζει να συμφιλιώσει το Ιδεώδες, ή το Θεό, με τον άνθρωπο, το υποκείμενο, και να γυμνώσει το Θεό από τη σκληρή του Αντικειμενικότητα. Ο Θεός προορίζεται για εσωτερίκευση – ‘Όχι εγώ, αλλά ο Χριστός ζεί μέσα μου.’ Ο άνθρωπος, χωρισμένος από το Ιδεώδες, μοχθεί να κερδίσει το Θεό και τη Θεία Χάρη του, και τελικά να μεταμορφώσει το Θεό στην ίδια του την ύπαρξη [Gott ganz zu seinem Ich zu machen], και ο Θεός, αποκομμένος από τον άνθρωπο, θα τον κέρδιζε μονάχα για τη Βασιλεία των Ουρανών. Και οι δύο πλευρές αναζητούν και έτσι συμπληρώνουν η μια την άλλη. Όμως, δεν θα συναντηθούν ποτέ, και ποτέ δεν θα ενωθούν, επειδή αν αυτό γινόταν ποτέ τότε η θρησκεία θα εξαφανιζόταν, διότι η θρησκεία υπάρχει μονάχα μ’ αυτό το διαχωρισμό. Επομένως, ο πιστός δεν ελπίζει σε τίποτε περισσότερο από ένα μελλοντικό ‘τετ-α-τετ’.

Αλλά ακόμη, η τέχνη συντροφεύει επίσης τη θρησκεία, καθώς η εσωτερικότητα του ανθρώπου επεκτείνεται από τον αγώνα του με το Αντικείμενο, και στην ιδιοφυία του καλλιτέχνη ξεπετάγεται ξανά με μια νέα εκδήλωση, και το Αντικείμενο γίνεται ακόμη περισσότερο ενισχυμένο και φανερό. Ευτυχώς, σπάνια μια γενιά πέρασε δίχως έναν τέτοιο διαφωτισμό από την τέχνη. Όμως, τελικά, η τέχνη θα παρασταθεί στον ενταφιασμό της θρησκείας. Ήρεμη και σίγουρη, η τέχνη θα διεκδικήσει τον εαυτό της ακόμη μια φορά, και έτσι θα κλέψει από το Αντικείμενο την αντικειμενικότητά του, την ‘άλλη-πλευρά’ του, και θα την απελευθερώσει από τη μακροχρόνια θρησκευτική της φυλάκιση. Εδώ, η τέχνη δεν θα εμπλουτίσει πια το Αντικείμενο, αλλά θα το καταστρέψει ολοκληρωτικά. Διεκδικώντας τη δημιουργία του, η τέχνη ξαναβρίσκει τον εαυτό της και ανανεώνει επίσης τη δημιουργική της δύναμη. Εμφανίζεται, στην παρακμή της θρησκείας, σαν κάτι τιποτένιο με όλη τη σοβαρότητα της παλιάς πίστης, μια σοβαρότητα περιεχομένου που η θρησκεία πια έχει χάσει, και η οποία πρέπει να επιστρέψει στο χαρούμενο ποιητή. Ως εκ τούτου, η θρησκεία εμφανίζεται σαν μια γελοία κωμωδία. 7 Τώρα, όμως, όσο τρομακτικό και αν είναι το έγκλημα αυτής της κωμωδίας, θα επαναφέρει μολαταύτα στην πραγματικότητα αυτό που δεν σκέφτεται παρά να καταστρέψει. Κι έτσι, δεν επιλέγουμε να καταδικάσουμε τη φρίκη της!

 Η τέχνη δημιουργεί ένα νέο Ιδεώδες, ένα νέο Αντικείμενο και μια νέα θρησκεία. Ποτέ δεν υπερβαίνει το φτιάξιμο μιας θρησκείας. Το πορτραίτο του Χριστού του Ραφαήλ τον εκθέτει σε τέτοιο φως ώστε θα μπορούσε να είναι η βάση μιας νέας θρησκείας — μιας θρησκείας του βιβλικού Χριστού αποκομμένου από όλες τις ανθρώπινες υποθέσεις. Απ’ αυτή την πρώτη στιγμή που η ακούραστη διάνοια αρχίζει το μακρύ δρόμο του στοχασμού της πάνω σ’ ένα νέο Αντικείμενο, βαθαίνει σταθερά στις σκέψεις της μέχρι να ξαναγυρίσει τελικά στον εαυτό της σε πλήρη εσωτερικότητα. Με αφιερωμένη αγάπη, βυθίζεται στον εαυτό της και καταπιάνεται με τις δικές της αποκαλύψεις και εμπνεύσεις. Όμως ακόμη και τότε αυτή η θρησκευτική διάνοια είναι τόσο φλογερά ερωτευμένη με το Αντικείμενό της που οφείλει να έχει φλογερό μίσος για όλα τα άλλα — το θρησκευτικό μίσος είναι αδιαχώριστο από τη θρησκευτική αγάπη. Εκείνος που δεν πιστεύει στο Αντικείμενο, είναι αιρετικός,και εκείνος που δεν είναι πραγματικά θεοσεβής, υποθάλπει την αίρεση. Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι ο Φίλιππος Β’ της Ισπανίας8 είναι απείρως πιο θεοσεβής από τον Ιωσήφ Β’ της Γερμανίας9, και ότι ο Χένγκστενμπεργκ10 είναι αληθινά θεοσεβής, ενώ ο Χέγκελ11 όχι και τόσο; Στην εποχή μας, το ποσό του μίσους έχει μειωθεί στο βαθμό που η αγάπη στο Θεό έχει αποδυναμωθεί. Μια ανθρώπινη αγάπη έχει διεισδύσει, που δεν προέρχεται από θεϊκή ευλάβεια αλλά μάλλον από κοινωνική ηθικότητα. Δείχνει μεγαλύτερο ‘ζήλο’ για το καλό του ανθρώπου παρά για το καλό του Θεού. Πραγματικά, ο ανεκτικός Φρειδερίκος ο Μέγας12 δεν μπορεί να χρησιμεύσει σαν υπόδειγμα θεϊκότητας, αλλά μπορεί όντως να χρησιμεύσει σαν υπόδειγμα για την ανδρικότητα, για την ανθρωπότητα. Όποιος υπηρετεί ένα Θεό οφείλει να τον υπηρετεί ολοκληρωτικά. Είναι, για παράδειγμα, ένα διεστραμμένο και παράλογο αίτημα τουΧριστιανού να μη βάζει δεσμεύσεις πάνω στους Εβραίους — επειδή ακόμη και ο Χριστός, με την αγνότερη καρδιά, δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο, διότι αλλιώτικα θα ήταν αδιάφορος για τη θρησκεία του, ή θα ενεργούσε απερίσκεπτα. Αν ο Χριστιανός μπορούσε να κατανοήσει τις προσταγές της θρησκείας του, θα απέκλειε τους Εβραίους από τα Χριστιανικά δικαιώματα, ή, πράγμα που είναι το ίδιο, από τα δικαιώματα ενός Χριστιανού — και, πάνω απ’ όλα, από τα πράγματα του Κράτους. Έτσι είναι επομένως, ένεκα του ότι η θρησκεία δεν είναι για τον οποιονδήποτε τίποτε άλλο παρά μια απλώς χλιαρή προσάρτηση — σε μια σχέσηδιαχωρισμού.

 Κι έτσι, αυτή είναι η θέση της τέχνης για τη θρησκεία. Η τέχνη δημιουργεί το Ιδεώδες και ανήκει στο ξεκίνημα της θρησκείας· η θρησκεία έχει στο Ιδεώδες ένα μυστήριο, και, εμμένοντας στο Αντικείμενο και εξαρτώντας το από τον εαυτό του θα το ένωνε μαζί του σε μια εσωτερική θεϊκότητα. Αλλά όταν το μυστήριο ξεδιαλύνεται, και η ξενότητα και η παραδοξότητα αφαιρούνται, και η εγκαθιδρυμένη θρησκεία καταστρέφεται, τότε η κωμωδία αναλαμβάνει το καθήκον της. Η κωμωδία, επιδεικνύοντας ανοιχτά την κενότητα, ή καλύτερα, το ξεφούσκωμα του Αντικειμένου, απελευθερώνει τους ανθρώπους από την παλιά πίστη, κι έτσι από την εξάρτησή τους απ’ αυτό το εξαντλημένο ον. Η κωμωδία, όπως αρμόζει στην ουσία της, εισβάλλει σε κάθε ιερό έδαφος, ακόμη και στον Ιερό Γάμο, και γι’ αυτό δεν αποτελεί πλέον —  στον πραγματικό γάμο — Ιερός. Είναι μάλλον ένας κενός τύπος, τον οποίο ο άνθρωπος δεν θα έπρεπε πια να κρατάει.13 Αλλά ακόμη και η κωμωδία, όπως όλες οι τέχνες, προηγείται της θρησκείας, διότι κάνει χώρο μόνο για τη νέα θρησκεία, σ’ αυτήν που θα σχηματίσουμε ξανά.

Η τέχνη φτιάχνει το Αντικείμενο, και η θρησκεία ζει μόνον προσκολλημένη σ’ αυτό το Αντικείμενο, αλλά η φιλοσοφία πολύ ξεκάθαρα τοποθετείται πέρα και από τα δύο. Δεν μπλέκεται μ’ ένα Αντικείμενο, όπως η θρησκεία, ούτε φτιάχνει ένα, όπως η τέχνη, αλλά μάλλον κονιορτοποιεί όλες τις δημιουργίες Αντικειμένων καθώς και όλη την αντικειμενικότητα, κι έτσι αναπνέει τον αέρα της ελευθερίας. Η λογική, το πνεύμα της φιλοσοφίας, ασχολείται μόνον με τον εαυτό της, και δεν προβληματίζεται πάνω σε κανένα Αντικείμενο. Ο Θεός, για το φιλόσοφο, είναι τόσο ουδέτερος όσο μια πέτρα — ο φιλόσοφος είναι φανατικά άθεος. Αν ασχολείται με το Θεό, δεν υπάρχει ευλάβεια εδώ, μονάχα απόρριψη, διότι αναζητά εκείνη μόνο τη λογικήπου έχει κρυφτεί πίσω από κάθε μορφή, και αυτό μονάχα υπό το φως της λογικής.

 Η λογική αναζητά μόνον τον εαυτό της, προβληματίζεται μόνον γύρω από τον εαυτό της, αγαπά μόνον τον εαυτό της — ή μάλλον, καθώς δεν είναι ακόμη ένα Αντικείμενο για τον εαυτό της — δεν αγαπά τον εαυτό της αλλά απλά είναι με τον εαυτό της. Κι έτσι, με σωστό ένστικτο, ο Νέαντερ14 έχει διακηρύξει την καταστροφή ’του Θεού των φιλοσόφων.’

 Αλλά μιας και βρίσκεται πέραν του θέματός μας, ας μην ασχοληθούμε άλλο με τη φιλοσοφία ως τέτοια.

 Ιούνιος 1842 στη ριζοσπαστική γερμανική εφημερίδα Rheinische Zeitung

Διμηνιαίο περιοδικό: Μηδενιστική Πορεία

Thursday, April 4th, 2013

Κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του διμηνιαίου εντύπου \”Μηδενιστική Πορεία για τη διάχυση της Φωτιάς και του Χάους τεύχος 1ο Μάρτιος-Απρίλιος 2013\”, το οποίο εκδίδεται από το Μέτωπο Αναρχομηδενιστικής Συνείδησης για τη Διάχυση του Αρνητικού.

Περιεχόμενα

•Αναλύσεις – Κείμενα

1.”Πρώτος Χαοτικός Κύκλος”
– Μηδενισμός και Οργάνωση (σελ. 4)
– Ενάντια στον Αναρχισμό (σελ. 23)
2.”Ο Αναρχικός Μηδενισμός και η Ατομική Εξέγερση” (σελ. 9)
3.”Μηδενιστικές Ανάσες Ζωής στο καυσαέριο του πολιτισμού” (σελ. 13)
4.” (Άλλη) μια χαμένη ευκαιρία ;” (σελ. 17)

•Αφιέρωμα

“Μ. Στίρνερ: Αποσπάσματα για το δίκαιο, το λαό, το κράτος, την κοινωνία και το έγκλημα σε σχέση με το Εγώ.” (σελ. 34)

•Αναδημοσιεύσεις

“Είμαι επίσης ένας Μηδενιστής (Renzo Novatore, 21/05/1920, Μιλάνο)” (σελ. 38)

•Τέχνη

Χαοτενίες (σελ. 42)
1.”Ζωές (Αρθούρος Ρεμπώ, «Εκλάμψεις»)” (σελ. 43)
2.”Άτιτλο” (σελ. 45)
3.Άτιτλο (σελ.46)

Εισαγωγικό Κείμενο

Η Μηδενιστική Πορεία για τη διάχυση της Φωτιάς και του Χάους αποτελεί διμηνιαίο μηδενιστικό έντυπο, το οποίο εκδίδεται από το Μέτωπο Αναρχομηδενιστικής Συνείδησης για τη διάχυση του Αρνητικού.

Τόσο το Μέτωπο Αναρχομηδενιστικής Συνείδησης, όσο και η Μηδενιστική Πορεία προέκυψαν από τη σύμπραξη μεμονωμένων μηδενιστών, οι οποίοι συγκροτήσαμε ένα άτυπο Μέτωπο στη βάση της εγωιστικής συμμετοχής και της μη δέσμευσης.

Τα κείμενα που φιλοξενούνται στο παρόν έντυπο είναι είτε κείμενα της συντακτικής ομάδας της Μ.Π. και του Μετώπου, είτε αναδημοσιεύσεις κειμένων αναρχικών συντρόφων.

Σε όσους αναρωτηθούν το λόγο για τον οποίο παρότι αντικοινωνικοί αναρχικοί, επιλέγουμε να δώσουμε στις σκέψεις μας μία θέση στη δημόσια σφαίρα, απαντάμε ειλικρινά και όσο το δυνατόν πιο ξεκάθαρα ότι αδιαφορούμε παντελώς για την κοινωνική απεύθυνση που θα έχει ενδεχομένως η Μηδενιστική Πορεία. Γράφουμε, εκθέτουμε τις ιδέες μας, απλώς και μόνο επειδή θέλουμε να τους δώσουμε μια θέση στον κόσμο. Ο μεγάλος Γερμανός εξεγερμένος Μ.Στίρνερ, γράφει:

“Μήπως γράφω από αγάπη στους ανθρώπους; Οχι, γράφω επειδή θέλω να δώσω ζωή στις σκέψεις μου. Κι αν προβλέπω ότι θα σας πάρουν την ηρεμία και τη γαλήνη σας, ή βλέπω τους αιματηρότερους των πολέμων και την πτώση πολλών γενεών να βλασταίνουν απ τον σπόρο τούτο -μολαταύτα θα τον σπείρω! Κάντε τον ό,τι θέλετε κι ό,τι μπορείτε- δουλειά δικιά σας και δεν μ απασχολεί! Ισως να χετε μόνο ταραχή, αγώνα και θάνατο -ελάχιστοι θ αντλήσουν χαρά! Αν είχα στην καρδιά μου το καλό σας, θα κανα σαν τα χριστιανικά καθεστώτα, που θεωρούν “ιερό καθήκον” τους να προστατεύουν τον κοσμάκη απ τα “κακά βιβλία”! Τραγουδάω γιατί είμαι τραγουδιστής, αλλά σας χρησιμοποιώ γιατί μου χρειάζονται αφτιά!”

Μέτωπο Αναρχομηδενιστικής Συνείδησης για τη διάχυση του Αρνητικού

Συντακτική ομάδα Μηδενιστικής Πορείας για τη διάχυση της Φωτιάς και του Χάους

Το έντυπο θα διατίθεται προς το παρόν από χέρι σε χέρι και θα υπάρχει και σε ηλεκτρονική μορφή, για όσες/όσους ενδιαφέρονται. Η ανακοίνωση για τα νέα τεύχη θα γίνεται από το indymedia,  και  άλλους   συντροφικούς  ιστοτόπους.

Για επικοινωνία με τη συντακτική ομάδα για προτάσεις – σχόλια – ερωτήσεις σχετικά με το έντυπο, μπορείτε να στέλνετε mail στην παρακάτω διεύθυνση: nihilfront@riseup.net

Μέτωπο Αναρχομηδενιστικής Συνείδησης

Κατεβάστε το έντυπο εδώ

Μισανθρωπικός Πεσιμισμός (δεύτερο μέρος)

Thursday, March 14th, 2013

Ο Φλομπέρ, στοιχειωμένος από το φάντασμα \” της ηλιθιότητας με τα χίλια πρόσωπα\” τη βρίσκει όπου και αν κοιτάξει. Βρίσκει, εναντίον της, καταφύγιο στις αγνές χαρές της τέχνης και της σκέψης. Είπε: \” Κατάλαβα κάτι σημαντικό: Για τους ανθρώπους της ράτσας μας η ευτυχία είναι μόνο στο χώρο των ιδεών και πουθενά αλλού.\” \”Από που προέρχεται η αδυναμία σου;\”  έγραψε σε ένα φίλο του. \”Είναι επειδή γνωρίζεις τον άνθρωπο; Τι σημασία έχει;  Δεν είναι αλήθεια. ότι μπορείς  να ορίσεις μια εξαίρετη γραμμή εσωτερικής άμυνας που σε κρατάει έναν ωκεανό μακριά από το γείτονά σου;\”.

Σε κάποιον με τον οποίον αλληλογραφούσε και παραπονιόταν πως είναι ανήσυχος και αηδιασμένος από όλα γύρω του: \”Υπάρχει ένα συναίσθημα,\” γράφει, \” ή μάλλον μια συνήθεια που φαίνεται ότι σου λείπει· το να διανοείσαι, η αγάπη για τη σκέψη. Θεώρησε τη ζωή, τα πάθη και τον εαυτό σου υποκείμενα διανοητικών ασκήσεων.\” Και πάλι: ¨\” Ο σκεπτικισμός δεν θα έχει καμιά πικρία, για θα σου φαίνεται πως παρακολουθείς την κωμωδία της ανθρωπότητας και θα σου φαίνεται πως η ιστορία διατρέχει το χρόνο μόνο για σένα\”.

Ο Taine οδηγήθηκε από τη μισανθρωπική οπτική του για την ανθρωπότητα σε μια στωική και ασκητική αντίληψη για τη ζωή, το να θεωρεί τη διάνοια ως το καλύτερο άσυλο για να απομονωθεί, το να υπερασπίζεται τον εαυτό του από την παγκόσμια αισχρότητα, την παγκόσμια βλακεία και την παγκόσμια κοινοτοπία. Μία μοναδική αναλογία ενώνει τον Taine με το Φλομπέρ. Ο Taine ζητά από την επιστημονική έρευνα αυτό που ο Φλομπέρ ζητά από την τέχνη και τη σκέψη: ένα διανοητικό άλλοθι, ένα τρόπο διαφυγής από την πραγματικότητα της κοινωνίας.

Το συμπέρασμα είναι λογικό. Ο μισανθρωπικός πεσιμισμός υποθέτει ή προξενεί διανοητική απομόνωση. Για να  απεχθάνεται κάποιος διανοητικά τους ανθρώπους πρέπει να ξεχωρίσει τον εαυτό του από αυτούς, να τους βλέπει από απόσταση.  Πρέπει να έχει αφήσει το κοπάδι, να έχει φτάσει στην αντίληψη του Ντεκάρτ \” που ζει ανάμεσα στους ανθρώπους όπως ανάμεσα στα δέντρα στο δάσος\”. \”Είτε το θέλουμε είτε όχι, υπάρχει μια θεωρητική απομόνωση, ένα είδος διανοητικής αυτοκρατίας, η αδιαφορία ενός αριστοκράτη και ενός ερασιτέχνη \”που αποσπά τον εαυτό του από όλα, ώστε να μπορεί να περιπλανιέται παντού.\” (Taine)

Ας προσθέσουμε πως η καθαρή οπτική της μισανθρωπικής διανόησης, έχει μέσα της, κάτι το αριστοκρατικό. Το να αντιλαμβάνεται ως θέμα για την ειρωνεία της, τη συνηθισμένη και κοινή ανθρώπινη βλακεία σημαίνει να φέρεσαι χωρίς σεβασμό σε μια πρωταρχική κοινωνική αξία. Η βλακεία είναι η πρώτη ύλη των προκαταλήψεων χωρίς τις οποίες καμιά κοινωνική ζωή δεν είναι δυνατόν να υπάρξει. Είναι το τσιμέντο του κοινωνικού οικοδομήματος. \”Η βλακεία\”, λέει ο δόκτορ Τρουμπλέ του Ανατόλ Φράνς, \” είναι το πρώτο καλό μιας εν τάξει κοινωνίας\”. Οι κοινωνικές συμβάσεις επιβιώνουν εξαιτίας μιας γενικευμένης βλακείας που τυλίγει, υποστηρίζει, εγγυάται, προστατεύει και καθαγιάζει τη βλακεία των ατόμων. Γι\’ αυτό το λόγο η κριτική, ειρωνική και πεσιμιστική ιδιοφυΐα είναι ένα κοινωνικό διαλυτικό. Είναι άσχετη με αυτό που είναι κοινωνικά σεβαστό: τη μετριότητα και τη βλακεία. Επιτίθεται στο σεβασμό και την ευπιστία, τα συντηρητικά συστατικά της κοινωνίας.

Κείμενο του Γάλλου ατομικιστή Georges Pallante, γραμμένο το 1914 στο Παρίσι.

Πηγή στα αγγλικά: Misanthropic Pessimism by Georges Pallante, Internet Archive of Individualist Anarchy

Μετάφραση στα ελληνικά: A-politiko/Parabellum

Μπορείτε να κατεβάσετε ολόκληρο το κείμενο εδώ.

Μισανθρωπικός Πεσιμισμός (πρώτο μέρος)

Tuesday, March 12th, 2013

Ο πεσιμισμός που θέλουμε να μελετήσουμε τώρα, είναι αυτός που αποκαλούμε μισανθρωπικό πεσιμισμό. Αυτός δεν προκύπτει από μια εξοργισμένη και υποφέρουσα ευαισθησία, αλλά  από μια νηφάλια διάνοια που εξασκεί την κριτική της οξυδέρκεια στην κακή πλευρά του είδους μας.Ο μισανθρωπικός πεσιμισμός εμφανίζεται χοντρικά ως μια ιδεολογία οικουμενικής απάτης αλλά και ηλιθιότητας ∙ οικουμενικής πεζότητας αλλά και εξαχρείωσης.  Ως το ανελέητο ζωγράφισμα ενός κόσμου με κρετίνους και απατεώνες, βλάκες και ηλίθιους.

Ο χαρακτήρας του εμφανίζεται ως μια οικουμενική ψυχρότητα, μια ηθελημένη απάθεια, μια απουσία συναισθηματισμού που τον διακρίνει από τον ρομαντικό πεσιμισμό, τείνοντας μόνιμα προς την απελπισία ή την εξέγερση. Η άφωνη απελπισία του Vigny, είναι πιο θλιβερή από μια κραυγή πόνου. Στον Στίρνερ βρίσκουμε μια ξέφρενη έμφαση στην εξέγερση, ενώ στον Σοπενχάουερ ένα τραγικό αίσθημα του πόνου του κόσμου και μια απέλπιδα έκκληση προς το κενό. Όσο για τον μισανθρωπικό πεσιμιστή, δεν παραπονιέται. Δεν ερμηνεύει την ανθρώπινη κατάσταση ως τραγική, δεν εξεγείρεται ενάντια στο πεπρωμένο. Παρατηρεί με περιέργεια τους σύγχρονούς του, αναλύει δίχως έλεος τα αισθήματα και τις σκέψεις τους, διασκεδάζει με τη θρασύτητα, τη ματαιότητα, την υποκρισία ή την ασυνείδητη κακία τους, την πνευματική και ηθική τους αδυναμία. Δεν είναι πλέον ο ανθρώπινος πόνος ούτε κι η αρρώστια του να ζει κανείς, που σχηματοποιεί την ουσία αυτού του πεσιμισμού, αλλά μάλλον η ανθρώπινη κακία και βλακεία. Ένα από τα αγαπημένα μοτίβα του πεσιμισμού αυτού, θα μπορούσε να είναι αυτή η γνωστή φράση : «Το πιο ανόητο ζώο είναι ο άνθρωπος».

Η ανοησία στην οποία ιδιαίτερα στοχεύει ο πεσιμισμός αυτός, είναι αυτή η γεμάτη θρασύτητα και υποκρισία ανοησία, που μπορούμε να αποκαλέσουμε δογματική ανοησία, αυτή η ιερή και δογματική ανοησία που εξαπλώνεται στο πεδίο των κοινωνικών δογμάτων και τελετουργιών, στην κοινή γνώμη και τα ήθη/έθιμα, που αυτο-αγιοποιείται και αποκαλύπτει μέσω της οπτικής της στην αιωνιότητα, εκατοντάδες αξιολύπητες και γελοίες προκαταλήψεις.  Ενώ ο ρομαντικός πεσιμισμός προκύπτει από την ικανότητα κάποιου να υποφέρει και να βλαστημά, ο μισανθρωπικός πεσιμισμός προκύπτει από την ευχέρεια να κατανοεί και να περιφρονά. Είναι ο πεσιμισμός του πνευματώδους, ειρωνικού και υπερόπτη παρατηρητή. Προτιμά έναν περιπαικτικό παρά έναν ασήμαντο και τραγικό τόνο συζήτησης. Ένας Σουίφτ που συμβολίζει τη ματαιότητα των ανθρώπινων διαμαχών στη σταυροφορία των μεγάλων και μικρών σκοπών, ένας Βολταίρος που κοροϊδεύει τη μεταφυσική ανοησία του  Pangloss και την ανόητη απλοϊκότητα του Candide (σ.τ.μ.-τα δύο αυτά ονόματα είναι ήρωες του Βολταίρου από το έργο του “Candide)˙ ένας Benjamin Constant που στέλνει στο Red Notebook και το         Journal Intime τις επιγραμματικές παρατηρήσεις του για την ανθρωπότητα και την κοινωνία· ένας Σταντάλ του οποίου το έργο “ημερολόγιο και ζωή του Ανρί Μπρουλάρ” περιέχει τόσο πολλές μισανθρωπικές παρατηρήσεις για την οικογένειά του, τις σχέσεις , τους προϊστάμενους, τον περίγυρό του˙ ένας Μεριμέ (γάλλος δραματουργός, ιστορικός , αρχαιολόγος και συγγραφέας, 1803-1870) φίλος και μιμητής του Σταντάλ στην ειρωνική παρατήρηση της ανθρώπινης φύσης ένας Φλομπέρ που επιτίθεται στην βλακεία των υποχείριών του Frederic Moureau και Bouvard, και του Πεκουσέ˙ ένας Ταιν (γάλλος κριτικός και ιστορικός) στο “Thomas Graindorge” ˙ ένας  Challemel-Lacour (γάλλος πολιτευτής του 19ου αιώνα) έργο του “σκέψεις ενός πεσιμιστή”, όλα αυτά μπορούν να εκληφθούν ως οι αντιπροσωπευτικοί τύποι αυτής της υπεροπτικής, χαμογελαστής και περιφρονητικής σοφίας.

Στην πραγματικότητα, ο πεσιμισμός αυτός δεν είναι ξένος για λίγους από τους διανοητές που κατατάξαμε στον ρομαντικό πεσιμισμό, καθώς οι διάφοροι τύποι πεσιμισμού έχουν σημεία επαφής και αλληλεπίδρασης. Σοπενχάουερ και Στίρνερ έχουν επίσης εξασκήσει τον ειρωνικό τους οίστρο πάνω στην ανθρώπινη ηλιθιότητα, αλαζονεία κι ευπιστία.  Δε βρίσκει όμως κανείς σε αυτούς μια καθαρή μορφή του μισανθρωπικού πεσιμισμού. Παραμένει υποταγμένος στον πεσιμισμό του πόνου, της απόγνωσης ή της εξέγερσης,  στο συναισθηματικό πάθος ως χαρακτηριστικό γνώρισμα του ρομαντικού πεσιμισμού. Ο μισανθρωπικός πεσιμισμός θα μπορούσε ίσως να αποκαλείται ρεαλιστικός πεσιμισμός : στην πραγματικότητα, σε περισσότερους από έναν απ\’ τους αντιπροσώπους του (Σταντάλ, Φλομπέρ) αυτό προκύπτει από εκείνο το πνεύμα ακριβούς, λεπτομερούς και ανελέητης παρατήρησης, από το ενδιαφέρον για αντικειμενικότητα και απάθεια που εμφανίζονται μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της αισθητικής του ρεαλισμού. Επιβεβαιώνει ο μισανθρωπικός πεσιμισμός τη θέση σύμφωνα με την οποία ο πεσιμισμός τείνει να γεννήσει τον ατομικισμό; Αυτό δεν είναι βέβαιο.  Ανάμεσα στους διανοητές που προαναφέραμε, υπάρχουν βεβαίως κάποιοι που ούτε συνέλαβαν ούτε εξάσκησαν τη στάση της εθελούσιας απομόνωσης που αποτελεί τον ατομικισμό.  Παρόλο που δεν είχαν ψευδαισθήσεις για τους ανθρώπους, δεν έφυγαν από την κοινωνία τους. Δεν τους κράτησαν σε μια απόσταση περιφρόνησης.  Δέχτηκαν να ανακατευτούν μαζί τους, να ζήσουν τις ζωές τους ανάμεσά τους. Ο Βολταίρος ήταν η ενσάρκωση της κοινωνικότητας. Ο Σουίφτ ένας σκληρός φιλόδοξος άνθρωπος, δεν είχε τίποτα από τη μοναχική φύση του Όμπερμαν και του Βινύ. Υπάρχουν όμως αρκετοί μεταξύ των μισανθρωπικών πεσιμιστών που προαναφέραμε, ιδιαίτερα ο Φλωμπέρ και ο Ταιν, που εξάσκησαν, θεωρητικοποίησαν και πρότειναν την πνευματική απομόνωση, την υποχώρηση της σκέψης προς το ίδιο της το εσωτερικό, ως τη μόνη πιθανή στάση για κάποιον που έχει οποιοδήποτε είδος εκλεπτυσμένης σκέψης και ευγένειας στην ψυχή, σε αυτόν τον κόσμο της μετριότητας και της κοινοτοπίας.

Κείμενο του Γάλλου ατομικιστή Georges Pallante, γραμμένο το 1914 στο Παρίσι.

Πηγή στα αγγλικά: Misanthropic Pessimism by Georges Pallante, Internet Archive of Individualist Anarchy

Μετάφραση στα ελληνικά: A-politiko/Parabellum


css.php